
Με εκτενή ανάρτησή της η Ρένα Δούρου, πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, απαντά το άρθρο του Τάκη Χατζή που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη στο Newpost.
Η κ. Δούρου υποστηρίζει ότι η απάντηση δεν βρίσκεται «ούτε στον πόλεμο ούτε στην παθητικότητα», αλλά σε μια ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με αποτροπή, ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, συμμαχίες, ευρωπαϊκή πίεση και προοπτική προσφυγής στη Χάγη για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Αφορμή αποτέλεσε το άρθρο του Τάκη Χατζή με τίτλο «Τι θα έκανε η κυρία Δούρου απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις; Πόλεμο, κυρώσεις ή απλώς καταγγελίες;», στο οποίο ο αρθρογράφος ζητούσε συγκεκριμένες απαντήσεις για τα μέσα που θα επέλεγε η αντιπολίτευση απέναντι στην κλιμάκωση της Άγκυρας.
Στην απάντησή της, η πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ επικαλείται την κυβερνητική περίοδο 2015-2019, αναφέρεται στις ευρωπαϊκές αποφάσεις και στις κυρώσεις για τις παράνομες τουρκικές γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ και προτείνει τη σύνδεση της αναθεώρησης της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ–Τουρκίας με συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Άγκυρας, συνυποσχετικό για τη Χάγη και σαφές ευρωπαϊκό πλαίσιο κυρώσεων.
Παράλληλα, ασκεί συνολική κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, από τα ελληνοτουρκικά και τον Great Sea Interconnector έως την Ουκρανία, τη Γάζα και τον ρόλο της Ελλάδας στη Μεσόγειο.
Ολόκληρη η απάντηση της Ρένας Δούρου
«Ωραία η κριτική. Εσείς τι θα κάνατε;»
Αυτό με ρωτά ο Τάκης Χατζής στο Newpost.gr, με αφορμή τη δήλωσή μου για τη νέα τουρκική πρόκληση στο Αιγαίο.
Και είναι ένα απολύτως θεμιτό —και χρήσιμο— ερώτημα.
Χαίρομαι πραγματικά που το έθεσε.
Γιατί μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για κάτι που συχνά παρουσιάζεται σαν να αφορά μόνο διπλωμάτες, διεθνολόγους και ανθρώπους που έχουν την πολυτέλεια να συζητούν για διεθνείς συνθήκες, ΑΟΖ και γεωπολιτικούς συσχετισμούς.
Η εξωτερική πολιτική φτάνει μέχρι το σπίτι μας. Το είδαμε με την ενεργειακή κρίση. Το βλέπουμε στους λογαριασμούς, στο κόστος ζωής, στην ασφάλεια. Στο τέλος, όλα αυτά καταλήγουν στο δικό μας σπίτι, στο δικό μας πορτοφόλι, στη δική μας καθημερινότητα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα που έχει να δώσει έμπρακτα παραδείγματα για το τι έκανε σε αντίστοιχες δύσκολες περιστάσεις, όταν ήταν κυβέρνηση την περίοδο 2015-2019. Και πάνω σε αυτή την εμπειρία μπορεί να πει καθαρά και τι θα έκανε σήμερα.
Τότε, λοιπόν, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με υπουργό Εξωτερικών τον Νίκο Κοτζιά, άσκησε μια φιλειρηνική, ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, και μάλιστα στις σκληρές μνημονιακές συνθήκες.
Όταν η Τουρκία κλιμάκωσε την επιθετικότητά της, η Ελλάδα δεν έκλεισε τους διαύλους επικοινωνίας. Ταυτόχρονα, όμως, δεν έμεινε θεατής. Ούτε σχολιαστής – όπως κάνει η σημερινή δεξιά κυβέρνηση, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ότι «η ελληνική Δεξιά παραδοσιακά δεν ξέρει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να κάνει εξωτερική πολιτική, δεν τολμά να κάνει πολιτική» (βλ. το βιβλίο του Αλ. Παπαχελά, «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια», β’ τόμος, σελ. 232, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαδόπουλος).
Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία πέτυχαν τον Μάρτιο του 2018, ύστερα από την κλιμάκωση των τουρκικών παραβιάσεων, την απερίφραστη ευρωπαϊκή καταδίκη των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την πλήρη αλληλεγγύη της προς την Κύπρο και την Ελλάδα. Αυτά διατυπώθηκαν ρητά στα πιο αυστηρά στην ιστορία της ΕΕ Συμπεράσματα Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε βάρος της Τουρκίας.
Θυμίζω ότι ακριβώς στη βάση αυτών των Συμπερασμάτων και με τον συντονισμό Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας, η ΕΕ τον Ιούνιο του 2019 άνοιξε για πρώτη φορά τον δρόμο για τη λήψη κυρώσεων κατά της Τουρκίας, ως απάντηση στις παράνομες γεωτρήσεις του τουρκικού ερευνητικού «Barbaros» στην κυπριακή ΑΟΖ.
Θυμίζω επίσης ότι είχε προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 2018, ανάσχεση του «Barbaros», στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, από την ελληνική φρεγάτα «Νικηφόρος Φωκάς».
Παράλληλα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κράτησε ανοικτούς τους διαύλους με την Τουρκία, επανεκκίνησε τις συνομιλίες για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και έθεσε σταθερά ως προοπτική την ειρηνική επίλυση της μίας ελληνοτουρκικής διαφοράς: της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, στη βάση του διεθνούς δικαίου, με προοπτική προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Και εδώ αναδεικνύεται η επικίνδυνη, ΙΧ εξωτερική πολιτική του δεδομένου και προβλέψιμου συμμάχου που εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση. Αναδεικνύεται η απουσία συνεκτικής εθνικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας.
Συγκεκριμένα:
Τον Δεκέμβριο του 2019 ο Κ. Μητσοτάκης δήλωνε ότι «δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε από μια προσφυγή στη Χάγη».
Το 2023 ο ίδιος έλεγε ότι ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα είναι τα ζητήματα για τα οποία «κάποια στιγμή θα μπορούσαμε να πάμε στη Χάγη».
Κι ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, αναφερόταν σε ενδεχόμενο συνυποσχετικό με την Τουρκία μέχρι τις αρχές του 2025, ο κ. Μητσοτάκης, το 2025, όταν ρωτήθηκε ξανά, έλεγε πλέον ότι η επίλυση της διαφοράς γίνεται «εξαιρετικά δύσκολη» και ότι δεν βλέπει προοπτική για προσφυγή στη Χάγη.
Από το «θα μπορούσαμε να πάμε στη Χάγη» φτάσαμε στο «εξαιρετικά δύσκολο» και στην έλλειψη προοπτικής.
Αυτές είναι οι επικίνδυνες συνέπειες των επτά χρόνων χωρίς συνεκτική στρατηγική έναντι της Τουρκίας.
Η κρίσιμη, λοιπόν, διαπίστωση είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο δεν έκανε τίποτε για να φέρει κοντύτερα τη Χάγη, αλλά αντιθέτως απομάκρυνε την προοπτική της. Αντί να πάμε μπροστά, η πατρίδα μας πήγε πίσω.
Το ίδιο ισχύει και για τις συμμαχίες, με την Αθήνα να συνεχίζει την παράδοση του πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και διαλόγου.
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ οικοδόμησε ευρεία σχήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Ενίσχυσε τις σχέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, την Ιορδανία, τον Λίβανο. Άνοιξε και διατήρησε διαύλους με διαφορετικές δυνάμεις σε έναν κόσμο που ήδη γινόταν πολυπολικός, σύνθετος και απρόβλεπτος.
Στην ίδια ακριβώς λογική εντάχθηκε και η Διάσκεψη της Ρόδου για την Ασφάλεια και τη Σταθερότητα – μια ελληνική πρωτοβουλία που έφερνε στο ίδιο τραπέζι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, ακριβώς για να ενισχύσει τον ρόλο της Ελλάδας ως δύναμης διαλόγου και περιφερειακής σταθερότητας.
Και θα θυμίσω ένα παράδειγμα που θεωρώ εξαιρετικά διδακτικό σήμερα.
Όταν το 2018 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έκρινε ότι υπήρξε ρωσική παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας, δεν δίστασε να απελάσει Ρώσους διπλωμάτες.
Δεν χάρισε τίποτα στη Μόσχα στο όνομα των «καλών σχέσεων».
Λίγους μήνες αργότερα, όμως, έγινε συνάντηση της ελληνικής κυβέρνησης με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στη Μόσχα και ο πολιτικός διάλογος συνεχίστηκε.
Αυτό σημαίνει πραγματική πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική στην πράξη.
Υπερασπίζεσαι την κυριαρχία και τα συμφέροντα της χώρας σου ακόμη και απέναντι σε μια μεγάλη δύναμη και, ταυτόχρονα, δεν κλείνεις την πόρτα του διαλόγου. Αυτός είναι, οφείλει να είναι ο στόχος μιας εξωτερικής πολιτικής που υπηρετεί τα συμφέροντα της Ελλάδας, την ειρήνη, το διεθνές δίκαιο – στόχος δύσκολος μεν, αναγκαίος δε. Στόχος που ουδέποτε έθεσε η νυν δεξιά κυβέρνηση.
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών:
Προφανώς και η Ελλάδα πρέπει να συνομιλεί με τις ΗΠΑ. Και το κάναμε. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ανέπτυξε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και καθιέρωσε τον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–ΗΠΑ.
Το ζήτημα, όμως, είναι πώς, με ποιους όρους, συνομιλείς με μια μεγάλη δύναμη.
Ως χώρα με στρατηγική, απαιτήσεις και κόκκινες γραμμές ή ως «δεδομένος και προβλέψιμος σύμμαχος»;
Γιατί η συμμαχία δεν σημαίνει λευκή επιταγή.
Και ακριβώς το ίδιο ισχύει για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κάποιος μπορεί εύλογα να επισημαίνει τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που συνδέουν την Ευρώπη με την Τουρκία και να θέσει το ερώτημα πώς θα πείθαμε τους Ευρωπαίους να επιβάλουν κυρώσεις.
Η απάντηση είναι: όπως το κάναμε ήδη. Όπως όταν, μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία, ανοίξαμε τον δρόμο για ευρωπαϊκές κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία για τις παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ.
Με συμμαχίες. Με διαπραγμάτευση. Με διπλωματική πίεση. Με σύνδεση των ευρωτουρκικών σχέσεων με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Και σήμερα θα πηγαίναμε ένα βήμα παραπέρα: η αναθεώρηση της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ–Τουρκίας πρέπει να συνδεθεί με συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Τουρκίας, με την προοπτική συνυποσχετικού Ελλάδας–Τουρκίας για προσφυγή στη Χάγη και με σαφές ευρωπαϊκό πλαίσιο κυρώσεων, εάν η Άγκυρα επιλέξει ξανά τον δρόμο των προκλήσεων.
Αυτή είναι διαπραγμάτευση. Δεν περιμένεις να συμφωνήσουν όλοι από μόνοι τους. Δημιουργείς κόστος και κίνητρα. Χτίζεις συμμαχίες. Διεκδικείς.
Ας δούμε τώρα τι έχει συμβεί αυτά τα επτά χρόνια.
Τα σχήματα συνεργασίας που είχε οικοδομήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμώθηκαν.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο υπογράφηκε.
Ο EastMed εγκαταλείφθηκε.
Η Τουρκία εξοπλίζεται κανονικά από χώρες του ΝΑΤΟ και διεκδικεί συμμετοχή στο SAFE.
Το μεγάλο έργο GSI και η πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης στην Κάσο παραμένει στον αέρα, υπονομεύοντας την άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Και δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. Είχαμε επανειλημμένες τουρκικές παρενοχλήσεις ερευνητικών και ωκεανογραφικών πλοίων: από το «Oruc Reis» το 2020 μέχρι τα περιστατικά με ερευνητικά σκάφη στην Κρήτη, στην Κάσο και στην Κάρπαθο.
Και υπήρχε και το ζήτημα της αδιαφάνειας. Το 2020 μάθαμε κρίσιμες πτυχές των παρασκηνιακών συνομιλιών του Βερολίνου όχι από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά από την τουρκική πλευρά. Σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής τέτοιας βαρύτητας, η χώρα δεν μπορεί να ενημερώνεται εκ των υστέρων από τρίτους.
Στη Συρία, οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με δραματικές απειλές.
Στην Αίγυπτο προέκυψε σοβαρό ζήτημα για το καθεστώς της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κατήγγειλε απειλές για τη ζωή του.
Και η Συμφωνία των Πρεσπών, αντί να θωρακιστεί και να αξιοποιηθεί ως εργαλείο ελληνικής επιρροής στα Βαλκάνια, αφέθηκε επί χρόνια χωρίς την ενεργητική πολιτική που απαιτούσε η εφαρμογή της.
Στη Λιβύη, δε, είδαμε πόσο έχει συρρικνωθεί το διπλωματικό αποτύπωμα της χώρας. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να χαιρόμαστε γι’ αυτό. Οι διπλωματικές ήττες μιας κυβέρνησης στα ζητήματα αυτά είναι ήττες της Ελλάδας.
Στο Ουκρανικό, η κυβέρνηση επέλεξε την αδιαφανή εμπλοκή της χώρας, με αποστολές στρατιωτικού υλικού για τις οποίες πολλές φορές η ελληνική κοινή γνώμη μάθαινε περισσότερα από το Κίεβο παρά από την ίδια την ελληνική κυβέρνηση. Ενώ δεν έχει απαντήσει στις ερωτήσεις μας για το κατά πόσο αυτές οι επιλογές επηρέασαν, όπως υπάρχουν εύλογες ανησυχίες, την άμυνα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
Και εδώ φαίνεται ξανά γιατί η εξωτερική πολιτική δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση για ειδικούς, μακριά από τα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε τους ενεργειακούς συσχετισμούς, επηρέασε τις τιμές, την οικονομία, τη ζωή όλων μας. Οι γεωπολιτικές επιλογές κάποια στιγμή φτάνουν στα σπίτια μας, που είναι κρύα λόγω της ενεργειακής κρίσης, την οποία η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει με όρους ενίσχυσης των καρτέλ και όχι των νοικοκυριών.
Και υπάρχει βέβαια η Γάζα. Και εδώ δεν μιλάμε για ένα ακόμη θέμα εξωτερικής πολιτικής. Μιλάμε για μια γενοκτονία, που έχει αναγνωρίσει ο ΟΗΕ, το ΔΠΔ. Μιλάμε για έναν λαό που ξεριζώνεται και για μια δοκιμασία του ίδιου του διεθνούς δικαίου.
Η Ελλάδα είχε παραδοσιακά τη δυνατότητα να συνομιλεί με όλους στη Μέση Ανατολή.
Σήμερα, απέναντι στη γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα, η κυβέρνηση έχει επιλέξει μια μονόπλευρη στάση υπέρ του Ισραήλ. Υπουργοί και λαλίστατα κυβερνητικά στελέχη έφτασαν να αποφεύγουν ακόμη και να την αναγνωρίσουν ως γενοκτονία, και μάλιστα αμφισβητώντας ευθέως διεθνείς θεσμούς όπως το ΔΠΔ και δίνοντας διαπιστευτήρια δουλοπρέπειας στην κυβέρνηση του Ισραήλ και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, λες και το πρώτο μέλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι να μη δυσαρεστηθεί ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου.
Αυτό για εμάς είναι αδιανόητο.
Η υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου δεν μπορεί να είναι α λα καρτ. Δεν μπορεί να το επικαλούμαστε όταν αφορά τα δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα και να κλείνουμε τα μάτια όταν συντρίβεται στη Γάζα.
Για την Αριστερά, αλλά και για κάθε δημοκρατικό πολίτη που πιστεύει πραγματικά στο διεθνές δίκαιο, αυτό δεν είναι υποσημείωση. Είναι ζήτημα αρχής.
Και επειδή κάποιος μπορεί να ρωτήσει τι θα κάναμε σήμερα και όχι τι κάναμε, ας είμαστε απολύτως συγκεκριμένοι. Και ας ξεκινήσουμε από την περιοχή στην οποία ανήκουμε, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, όπου σήμερα κρίνονται πολλά για την ειρήνη, την ασφάλεια αλλά και τον ίδιο τον ρόλο της Ελλάδας.
Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, λοιπόν, έχει καταθέσει Σχέδιο Ειρήνης και Ασφάλειας επτά σημείων για τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο:
- Απαγόρευση εξαγωγών όπλων σε χώρες της Μέσης Ανατολής που εμπλέκονται σε συγκρούσεις, από το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία μέχρι την Τουρκία.
- Επιστροφή στις διαπραγματεύσεις για το Παλαιστινιακό, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ: δύο λαοί, δύο κράτη, παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967 με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ.
- Ανοικοδόμηση της Συρίας, με δημοκρατία, ενότητα της χώρας και κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων.
- Μετατροπή της Μέσης Ανατολής σε ζώνη χωρίς πυρηνικά και άλλα όπλα μαζικής καταστροφής, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ.
- Επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό, για λύση Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, μία ιθαγένεια, μία κυριαρχία και μία διεθνή προσωπικότητα, χωρίς εγγυήσεις και κατοχικά στρατεύματα.
- Διεκδίκηση μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής που θα μετατρέψει τη Μεσόγειο σε θάλασσα ειρήνης και ασφάλειας, γεφυρώνοντας το χάσμα Βορρά–Νότου και βάζοντας τέλος στη Μεσόγειο των μαζικών ναυαγίων προσφύγων και μεταναστών.
- Ενίσχυση της οικολογικής ασφάλειας της Μεσογείου, με αναβάθμιση του Mediterranean Action Plan του Προγράμματος Περιβάλλοντος του ΟΗΕ.
Αυτές είναι σημερινές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Δεν περιγράφουμε, λοιπόν, απλώς τι θα έπρεπε να γίνει. Καταθέτουμε συγκεκριμένο σχέδιο για το τι πρέπει να κάνει σήμερα η Ελλάδα σε μια περιοχή που αλλάζει με τρομακτική ταχύτητα.
Γιατί τελικά αυτό είναι το ζητούμενο στην εξωτερική πολιτική:
Ούτε πόλεμος ούτε παθητικότητα.
Ούτε πατριδοκαπηλία ούτε υποχωρητικότητα.
Αλλά μαχητική διεκδίκηση της ειρήνης.
Ειρήνη χωρίς παραίτηση από τα δικαιώματά μας.
Διάλογος με στρατηγική. Αποτροπή με ψυχραιμία. Συμμαχίες με όρους. Διεθνές δίκαιο χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Και κυρίως μια Ελλάδα που δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις. Μια Ελλάδα που παρεμβαίνει στις εξελίξεις.
Γιατί τελικά η εξωτερική πολιτική δεν αφορά μόνο χάρτες, συνθήκες, ΑΟΖ και διεθνείς συσχετισμούς.
Αφορά την ασφάλειά μας. Την ενέργεια που πληρώνουμε. Τις δουλειές μας. Την οικονομία. Την ειρήνη μέσα στην οποία θέλουμε να μεγαλώνουν τα παιδιά μας.
Αφορά την καθημερινότητά μας.
Αυτό κάναμε ως κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό εννοούμε σήμερα όταν μιλάμε για φιλειρηνική, ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Και αυτή είναι η απάντησή μας στο «τι θα κάνατε;»:
Συνεκτική στρατηγική. Με αρχή, μέση και τέλος.
ΥΓ. Ο κατάλογος όσων έχουν συμβεί αυτά τα επτά χρόνια είναι μεγαλύτερος. Και αποτυπώνει το κόστος μιας εθνικά επιζήμιας, ηθικά αφόρητης και διεθνώς ανυπόληπτης εξωτερικής πολιτικής της ΝΔ.

