
Υπάρχει μια παθολογία που επανέρχεται σχεδόν τελετουργικά στην ελληνική πολιτική ζωή. Η ψήφος ως εκδίκηση. Ως θυμός. Ως στιγμιαία εκτόνωση του πολίτη απέναντι σε μια κυβέρνηση που τον κούρασε, τον απογοήτευσε ή τον εξόργισε. Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι ψυχοθεραπεία. Ούτε η κάλπη είναι χώρος συναισθηματικής αποφόρτισης.
Ίσως λοιπόν πρέπει να πάρουμε τα πράγματα αντίστροφα. Να σταματήσουμε να θεωρούμε ως βασική προϋπόθεση ψήφου την κριτική προς την κυβέρνηση. Να μη ψηφίζουμε πρωτίστως «για να φύγουν οι άλλοι». Διότι αυτό το σύνθημα το έχουμε ξαναζήσει. Και συνήθως το πληρώσαμε ακριβά. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο. Ποιος μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα χωρίς να κινδυνεύει η χώρα; Ποιος διαθέτει πολιτική επάρκεια, διοικητική συγκρότηση, αίσθηση κρατικής ευθύνης; Ποιος μπορεί να σταθεί απέναντι στις διεθνείς πιέσεις, στις οικονομικές αναταράξεις, στις γεωπολιτικές απειλές, χωρίς να μετατρέπει το κράτος σε εργαστήριο πειραματισμών και ιδεοληψιών;
Διότι η διακυβέρνηση δεν είναι σύνθημα πλατείας. Δεν είναι τηλεοπτική ατάκα. Είναι μια εξαντλητική καθημερινότητα αποφάσεων, ισορροπιών, συγκρούσεων και ευθυνών. Και εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η διαφορά ανάμεσα στον πολιτικό που θέλει απλώς να καταλάβει την εξουσία και σε εκείνον που μπορεί να την ασκήσει.
Ο πολίτης οφείλει, πριν επιλέξει, να κοιτάξει προσεκτικά όχι μόνο τον αρχηγό αλλά και το κόμμα του. Τα στελέχη του. Την ποιότητα των ανθρώπων που το περιβάλλουν. Την πολιτική τους διαδρομή. Τη διοικητική τους εμπειρία. Την ψυχραιμία τους. Τη σοβαρότητά τους. Διότι κανένας πρωθυπουργός δεν κυβερνά μόνος του. Κυβερνά με το ανθρώπινο υλικό που διαθέτει.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της εποχής: η πολιτική συχνά μετατρέπεται σε διαγωνισμό εντυπώσεων. Κυριαρχεί ο θόρυβος αντί της ουσίας. Η καταγγελία αντί της πρότασης. Η οργή αντί της ευθύνης. Λες και αρκεί να φωνάζεις δυνατότερα για να αποδείξεις ότι μπορείς και να κυβερνήσεις.
Όμως η Ιστορία δεν χαρίζεται σε λαούς που ψηφίζουν επιπόλαια. Ούτε συγχωρεί εύκολα κοινωνίες που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως θέαμα. Η χώρα δεν χρειάζεται σωτήρες της στιγμής. Χρειάζεται ανθρώπους που να αντέχουν το βάρος της διακυβέρνησης χωρίς να λυγίζουν από την ανευθυνότητα, τον λαϊκισμό ή την πολιτική ελαφρότητα.
Η ψήφος, τελικά, δεν είναι πράξη τιμωρίας. Είναι πράξη ευθύνης απέναντι στη χώρα.

