
Στη δημόσια ζωή της χώρας έχει επικρατήσει μια ιδιότυπη πολιτική συνήθεια. Κάθε τόσο ανακαλύπτεται και ένα «μεγαλύτερο σκάνδαλο του αιώνα». Οι χαρακτηρισμοί εκτοξεύονται με ευκολία, οι πολιτικές καταδίκες προηγούνται των δικαστικών αποφάσεων και η κοινή γνώμη καλείται να αποδεχθεί ως δεδομένη την ενοχή πριν ακόμη αποφανθεί η Δικαιοσύνη.
Όμως σε ένα κράτος δικαίου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο θορυβώδης είναι μια καταγγελία. Ούτε πόσο έντονη είναι η επικοινωνιακή εκμετάλλευσή της. Το πραγματικό ζητούμενο είναι τι αποδεικνύεται. Ποια υπόθεση φτάνει στη Δικαιοσύνη, ποιοι τελικά παραπέμπονται, ποιοι δικάζονται και ποιοι καταδικάζονται. Εκεί κρίνεται η ουσία και όχι στα τηλεοπτικά παράθυρα ή στις κομματικές ανακοινώσεις.
Η υπόθεση του Βατοπεδίου παρουσιάστηκε κάποτε ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης. Για μήνες κυριάρχησε στην πολιτική ατζέντα και χρησιμοποιήθηκε ως πολιορκητικός κριός εναντίον της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή. Δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι είχε αποκαλυφθεί ένας μηχανισμός πρωτοφανούς διαφθοράς. Η συνέχεια, όμως, δεν δικαίωσε τον πολιτικό θόρυβο που είχε προηγηθεί. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από τις βεβαιότητες που είχαν ήδη διατυπωθεί.
Ακολούθησε η υπόθεση Novartis. Και πάλι ακούσαμε για το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους». Οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί προηγήθηκαν των δικαστικών κρίσεων. Ο δημόσιος διάλογος μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής εξόντωσης, ενώ οι δικαστικές εξελίξεις ακολούθησαν πολύ πιο σύνθετη διαδρομή από εκείνη που παρουσίαζαν όσοι είχαν ήδη εκδώσει τις αποφάσεις τους.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στην τραγωδία στο Μάτι. Οι πολιτικές ευθύνες υπήρξαν αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης, όπως ήταν αναμενόμενο μετά από μια εθνική καταστροφή. Ωστόσο, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευσαν να προσωποποιήσουν αποκλειστικά τις ευθύνες στην τότε περιφερειάρχη Αττικής, Ρένα Δούρου. Η δικαστική διαδικασία, όμως, ακολούθησε τον δικό της δρόμο και η ίδια απαλλάχθηκε από τη συγκεκριμένη κατηγορία που της είχε αποδοθεί. Η Δικαιοσύνη δεν επιβεβαίωσε τις πολιτικές βεβαιότητες που είχαν προηγηθεί.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι σκάνδαλα δεν υπάρχουν. Υπήρξαν, υπάρχουν και δυστυχώς θα υπάρξουν. Η διαφάνεια και η λογοδοσία αποτελούν προϋποθέσεις της δημοκρατίας. Εξίσου αναγκαία, όμως, είναι η σοβαρότητα και ο σεβασμός στους θεσμούς. Διότι άλλο πράγμα η διερεύνηση μιας υπόθεσης και άλλο η προεξόφληση της ενοχής. Άλλο η πολιτική κριτική και άλλο η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης για μικροκομματικά οφέλη.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με συνθήματα. Δεν απονέμει δικαιοσύνη με hashtags ούτε με τίτλους που υπόσχονται το «σκάνδαλο του αιώνα». Λειτουργεί με αποδείξεις, με διαδικασίες και με δικαστικές αποφάσεις.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε την ευκολία της πολιτικής καταγγελίας και να επιστρέψουμε στην ουσία. Γιατί κάθε φορά που μια υπόθεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξόντωσης πριν ακόμη κριθεί από τους φυσικούς της δικαστές, δεν τραυματίζεται μόνο ο αντίπαλος. Τραυματίζεται η ίδια η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Και αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από οποιοδήποτε επικοινωνιακό «σκάνδαλο του αιώνα».

