
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που οι λέξεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις πράξεις. Όχι επειδή αλλάζουν την πραγματικότητα, αλλά επειδή αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την εξουσία, την παράταξη και την έννοια της πολιτικής νομιμοποίησης. Η πρόσφατη τοποθέτηση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργου Βλάχου, ο οποίος ερωτηθείς για το ενδεχόμενο συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με ένα ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά παρέπεμψε στην ετυμηγορία των πολιτών και στις συνθήκες που θα διαμορφωθούν μετά τις εκλογές, δεν είναι μια αθώα θεωρητική άσκηση. Είναι μια πολιτική θέση με σαφείς προεκτάσεις.
Διότι τι ακριβώς υπονοεί; Ότι αν η Νέα Δημοκρατία δεν κατακτήσει την αυτοδυναμία και το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά εισέλθει στη Βουλή, τότε θα μπορούσε να υπάρξει μια κυβέρνηση συνεργασίας. Και ποιο θα ήταν το πολιτικό τίμημα μιας τέτοιας συνεργασίας; Είναι προφανές: η αμφισβήτηση της σημερινής ηγεσίας και, στην πράξη, η αποδοχή ότι η Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να κυβερνήσει χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία.
Δεν πρόκειται για μια απλή σκέψη. Πρόκειται για μια έμμεση αμφισβήτηση του ανθρώπου που ηγείται του κόμματος και θα ζητήσει από τους πολίτες νέα εντολή. Είναι σαν να λες στον ψηφοφόρο: «Ψηφίστε τη Νέα Δημοκρατία, αλλά μετά βλέπουμε ποιος θα την κυβερνήσει».
Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα. Θα διατύπωνε ο ίδιος βουλευτής την ίδια θέση αν στην ηγεσία της παράταξης βρισκόταν ο Κώστας Καραμανλής; Θα άφηνε να αιωρείται η ιδέα ότι μετά τις εκλογές θα μπορούσε να τεθεί θέμα άλλου πρωθυπουργού ή άλλης ηγετικής λύσης; Δύσκολα μπορεί να το πιστέψει κανείς. Η ιστορία της παράταξης δεν προσφέρει ανάλογα παραδείγματα.
Η τοποθέτηση αυτή παραπέμπει σε άλλες εποχές. Σε εποχές εσωτερικών μηχανισμών, υπόγειων ισορροπιών και διαδοχολογίας. Σε μια πολιτική κουλτούρα όπου οι αρχηγοί δεν κρίνονταν πρωτίστως από τους πολίτες αλλά από τις εσωκομματικές ισορροπίες. Όμως η δημοκρατική νομιμοποίηση είναι σαφής: ο αρχηγός που οδηγεί ένα κόμμα στις εκλογές είναι εκείνος που ζητά την εντολή να κυβερνήσει.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται ήδη σε μια δύσκολη πολιτική μάχη. Διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών σε ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, κάθε δημόσια δήλωση που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μεταεκλογικών σεναρίων με διαφορετική ηγεσία δεν ενισχύει την παράταξη· την αποδυναμώνει. Δημιουργεί σύγχυση στους ψηφοφόρους, δίνει επιχειρήματα στους αντιπάλους και καλλιεργεί την εντύπωση ότι η πραγματική συζήτηση δεν αφορά τη διακυβέρνηση της χώρας αλλά τις εσωτερικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας.
Η πολιτική, όμως, απαιτεί καθαρές επιλογές. Δεν μπορεί κανείς να εμφανίζεται ταυτόχρονα στρατιώτης ενός κόμματος και να αφήνει ανοιχτό το παράθυρο για ένα διαφορετικό σχέδιο εξουσίας. Η διγλωσσία δεν αποτελεί πολιτική αρετή· είναι ένδειξη στρατηγικής αμηχανίας.
Και τελικά προκύπτει ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: εφόσον κάποιος θεωρεί ότι η πολιτική έκφραση του Αντώνη Σαμαρά αποτελεί την καταλληλότερη προοπτική για τη χώρα και θεωρεί φυσική μια μετεκλογική συμπόρευση μαζί του, γιατί δεν επιλέγει ευθέως αυτόν τον πολιτικό δρόμο; Η πολιτική έχει αξία όταν οι επιλογές γίνονται στο φως της ημέρας και όχι μέσα από υπαινιγμούς. Γιατί η καθαρότητα των θέσεων είναι, τελικά, η πρώτη υποχρέωση απέναντι στους πολίτες.

