
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή που τα κόμματα παύουν να συζητούν για την κοινωνία και αρχίζουν να συζητούν αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Τότε η πολιτική μετατρέπεται σε διαχειριστή προσωπικών στρατηγικών και οι πολίτες παρακολουθούν αμήχανοι μια παράσταση εσωτερικής κατανάλωσης.
Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Η πρόταση του Σωκράτη Φάμελλου για μια πορεία σύγκλισης με το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα ισοδυναμεί, επί της ουσίας, με παραδοχή ότι ο ιστορικός κύκλος του κόμματος έχει κλείσει. Δεν πρόκειται για συνεργασία μεταξύ ισότιμων πολιτικών σχηματισμών. Πρόκειται για απορρόφηση. Για ένταξη ενός κόμματος σε ένα άλλο που ακόμη βρίσκεται υπό διαμόρφωση.
Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις στελεχών όπως ο Παύλος Πολάκης, ο Νίκος Παππάς, η Ρένα Δούρου και πολλών ακόμη δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε προσωπικές φιλοδοξίες. Εκφράζουν μια βαθύτερη πολιτική ένσταση: αν ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαταλείψει την αυτονομία του για να μετατραπεί σε παράρτημα ενός νέου φορέα, τότε ποιος ο λόγος ύπαρξής του;
Την ίδια στιγμή, η παρέμβαση του Νίκου Σιακαντάρη ήρθε να ρίξει περισσότερο λάδι στη φωτιά. Η τοποθέτησή του, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, συγκλίνει με τη λογική της διάλυσης των υφιστάμενων κομματικών σχηματισμών και της δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα. Είναι μια πρόταση που πολλοί στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς αντιμετωπίζουν ως αναπόφευκτη, αλλά άλλοι ως πολιτική αυτοκτονία.
Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι μια νέα διάσπαση. Άλλωστε η ιστορία της ελληνικής Αριστεράς είναι γεμάτη από διασπάσεις που παρουσιάστηκαν ως αναγεννήσεις. Συνήθως όμως αποδείχθηκαν απλώς πολλαπλασιασμός της αδυναμίας.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η κατάσταση στη Νέα Δημοκρατία δεν είναι λιγότερο προβληματική. Ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται αποφασισμένος να δοκιμάσει για μία ακόμη φορά τα όρια της κομματικής συνοχής, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο πολιτικός του φορέας είναι έτοιμος να εμφανιστεί στο προσκήνιο.
Ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει αναμφισβήτητα πολιτικό βάρος και ιστορική διαδρομή. Ωστόσο, κάθε νέα αναφορά σε ίδρυση κόμματος ή σε πολιτική αυτονόμηση γεννά το εύλογο ερώτημα: ποιο ακριβώς εθνικό πρόβλημα έρχεται να λύσει μια ακόμη διάσπαση της κεντροδεξιάς παράταξης;
Η πολιτική δεν είναι άσκηση προσωπικής δικαίωσης. Ούτε πεδίο εκκαθάρισης λογαριασμών με πρώην συντρόφους. Ο Αντώνης Σαμαράς αδικεί τον εαυτό του όταν εμφανίζεται να επαναλαμβάνει ένα έργο που η ελληνική κοινωνία έχει ήδη παρακολουθήσει. Και αδικεί το κόμμα που τον ανέδειξε, το κόμμα του οποίου υπήρξε πρόεδρος και πρωθυπουργός.
Το τραγικό στοιχείο είναι ότι, τόσο στην Αριστερά όσο και στη Δεξιά, κυριαρχεί η ίδια λογική: η πολιτική αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως αναδιάταξη μηχανισμών και προσώπων. Σπανίως ως αναζήτηση απαντήσεων για μια κοινωνία που κουράστηκε να παρακολουθεί διαρκείς ανασυνθέσεις κομμάτων χωρίς αντίστοιχη ανασύνθεση ιδεών.
Οι πολίτες δεν αναζητούν άλλες διασπάσεις. Αναζητούν λόγο πολιτικό, σοβαρότητα θεσμική και πρόσωπα που να μπορούν να υπηρετήσουν κάτι μεγαλύτερο από τις προσωπικές τους στρατηγικές. Μέχρι στιγμής, τόσο η Αριστερά όσο και η Δεξιά φαίνεται να προσφέρουν το ακριβώς αντίθετο.

