
Στην πολιτική υπάρχουν οι διαφωνίες, οι ρήξεις, ακόμη και οι αποχωρήσεις. Υπάρχει όμως και ένα όριο, πέρα από το οποίο η πολιτική παύει να υπηρετεί το κοινό συμφέρον και μετατρέπεται σε προσωπικό λογαριασμό. Εκεί ακριβώς φαίνεται να κινείται σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επιλέγει να σταθεί απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Το έκανε το 1993, όταν η ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης συνέβαλε στην πτώση της κυβέρνησης της παράταξης. Το επιχειρεί και σήμερα, μέσα από την προετοιμασία ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος που φιλοδοξεί να εκφράσει όσους διαφωνούν με την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η Ιστορία, όμως, έχει μνήμη. Για χρόνια ο Αντώνης Σαμαράς βρέθηκε στο πολιτικό περιθώριο. Επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία όχι επειδή το επέβαλαν οι συγκυρίες, αλλά επειδή ο Κώστας Καραμανλής άνοιξε την πόρτα της επιστροφής. Η παράταξη που είχε πληγεί από τη ρήξη του 1993 επέλεξε τη συγχώρεση αντί της διαρκούς τιμωρίας. Του έδωσε ξανά πολιτική στέγη, πολιτική νομιμοποίηση και, αργότερα, την ευκαιρία να διεκδικήσει και να κατακτήσει την ηγεσία της.
Ακολούθησε μια περίοδος κατά την οποία ο ίδιος και στενοί συνεργάτες του επαναλάμβαναν ότι ο Κώστας Καραμανλής είχε οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία στην ήττα του 2009 με το χαμηλότερο έως τότε εκλογικό ποσοστό της παράταξης, το 33,4%. Ήταν το επιχείρημα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η ανάγκη μιας νέας αρχής.
Η κάλπη, όμως, είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Στις εκλογές του Μαΐου 2012 η Νέα Δημοκρατία υπό τον Αντώνη Σαμαρά περιορίστηκε στο 18,8%, ένα αποτέλεσμα ακόμη χαμηλότερο από εκείνο που χρησιμοποιούνταν ως απόδειξη της αποτυχίας των προκατόχων του. Η πολιτική έχει την ιδιότητα να επιστρέφει τα επιχειρήματα σε εκείνους που τα διατυπώνουν.
Το σημερινό εγχείρημα δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως μια νέα εθνική πρόταση. Δεν διακρίνεται ακόμη ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την οικονομία, τους θεσμούς, τη δημογραφική κρίση ή τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια. Αντίθετα, κυριαρχεί η σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και όταν η αντιπαράθεση με ένα πρόσωπο γίνεται ισχυρότερη από την πρόταση για μια χώρα, τότε η πολιτική χάνει τον προσανατολισμό της.
Η Ιστορία δεν δικαιώνει όσους πολιτεύονται με κίνητρο την πικρία. Η εκδίκηση μπορεί να προσφέρει στιγμιαία ικανοποίηση στον φορέα της, αλλά σπάνια παράγει δημιουργική πολιτική. Η δημοκρατία απαιτεί σύνθεση, υπέρβαση προσωπικών τραυμάτων και αίσθηση ιστορικής ευθύνης.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Αντώνης Σαμαράς έχει το δικαίωμα να ιδρύσει νέο κόμμα. Το έχει, όπως κάθε πολίτης. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: υπηρετεί αυτή η επιλογή μια εθνική ανάγκη ή αποτελεί την τελευταία πράξη μιας μακράς προσωπικής αντιπαράθεσης;
Όταν ένας πολιτικός βρίσκεται για δεύτερη φορά απέναντι στην ίδια παράταξη που τον ανέδειξε, τον επανέφερε όταν ήταν πολιτικά απομονωμένος και του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία, η δημόσια ζωή δικαιούται να αναρωτηθεί: πόση είναι η απόσταση ανάμεσα στη διαφωνία και στη ρήξη, ανάμεσα στην πολιτική συνέπεια και στην προσωπική εκδίκηση; Και, τελικά, πόσο βαρύ μπορεί να αποδειχθεί για μια παράταξη —αλλά και για τη χώρα— όταν η πολιτική καθοδηγείται περισσότερο από το παρελθόν παρά από το μέλλον;

