
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα έχει ανάγκη από επιχειρήματα, στοιχεία και αξιοπιστία. Όχι από φήμες που μετατρέπονται σε πολιτικές βεβαιότητες.
Σύμφωνα με όσα αποδίδονται στον Χρήστο Μέγα, πολιτευτή του ΠΑΣΟΚ στην Άρτα, σε συζήτηση που φέρεται να είχε την Κυριακή 26 Ιουλίου σε καφέ στον Καταρράκτη Άρτας, διατυπώθηκε ο εξής ισχυρισμός: «Αν ο Μητσοτάκης είχε 30% θα έκανε εκλογές χθες. Σας λέω λοιπόν ότι ο Μητσοτάκης έχει 17-18% και θα το πάει μέχρι το τέλος για να καταστραφεί η χώρα».
Εάν η αναφορά αυτή ανταποκρίνεται πράγματι σε όσα ειπώθηκαν, τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο η εκτίμηση για τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αντίληψη ότι ένας πολιτικός μπορεί να παρουσιάζει ως δεδομένο έναν αριθμό χωρίς να εξηγεί από πού προκύπτει, ποια μέτρηση τον στηρίζει ή ποια επιστημονική έρευνα τον επιβεβαιώνει.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Ευάγγελος Αντώναρος είχε δημοσιεύσει αντίστοιχο ισχυρισμό, γράφοντας ότι «κάποιος» του μετέφερε πως τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κοινός παρονομαστής είναι ένας: όχι μια δημοσκοπική εταιρεία, όχι μια μετρήσιμη έρευνα, αλλά η επίκληση μιας αόριστης πληροφορίας.
Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική του καφενείου. Δεν μπορεί να αντικαθιστά τις μετρήσεις με φήμες, ούτε να οικοδομεί πολιτικά συμπεράσματα πάνω σε ανεπιβεβαίωτες εκτιμήσεις. Αν κάθε στέλεχος κάθε κόμματος αρχίσει να ανακοινώνει ποσοστά που «άκουσε» από κάποιον, τότε η δημόσια συζήτηση παύει να είναι πολιτική και μετατρέπεται σε ανταγωνισμό εντυπώσεων.
Η αντιπολίτευση έχει θεσμικό ρόλο. Οφείλει να ασκεί σκληρή κριτική, να αναδεικνύει αστοχίες της κυβέρνησης και να καταθέτει εναλλακτικές προτάσεις. Όταν όμως επιλέγει να υποκαθιστά τα δεδομένα με προσωπικές βεβαιότητες ή ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, αποδυναμώνει η ίδια την αξιοπιστία της.
Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται, το τελευταίο που χρειάζεται η χώρα είναι πολιτικοί που μετατρέπουν τις φήμες σε δημόσιο λόγο. Η δημοκρατία προϋποθέτει αντιπαράθεση. Προϋποθέτει όμως και έναν ελάχιστο σεβασμό στα γεγονότα.
Η σοβαρότητα στην πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο εντυπωσιακός είναι ένας ισχυρισμός, αλλά από το αν μπορεί να αποδειχθεί. Και αυτή είναι μια αρχή που θα έπρεπε να δεσμεύει όλους, ανεξαρτήτως κόμματος.

