Η νέα μάχη δεν είναι Δεξιά–Αριστερά, αλλά «κράτος–πορτοφόλι»

Newsroom
5 Min Read

Η νέα μάχη δεν είναι Δεξιά–Αριστερά, αλλά «κράτος–πορτοφόλι»

Για χρόνια η ελληνική πολιτική σκηνή έμαθε να διαβάζει τις εκλογές με τον παλιό χάρτη. Δεξιά απέναντι στην Αριστερά. Μεταρρύθμιση απέναντι στον κρατισμό. Πρόοδος απέναντι στη συντήρηση. Μνημόνιο απέναντι στο αντιμνημόνιο. Αυτός ο χάρτης δεν έχει εξαφανιστεί. Αλλά δεν είναι πια ο μόνος που μετράει.

Η νέα πολιτική γραμμή σύγκρουσης είναι πολύ πιο πεζή, πολύ πιο προσωπική και τελικά πολύ πιο εκρηκτική, κράτος απέναντι στο πορτοφόλι του πολίτη.

Ο εργαζόμενος δεν ξεκινά πλέον από το ερώτημα ποιος είναι περισσότερο αριστερός ή περισσότερο δεξιός. Ξεκινά από το πόσο πληρώνει στο σούπερ μάρκετ, πόσο του κοστίζει το ρεύμα, τι του μένει μετά το ενοίκιο, τι φόρο πληρώνει και αν η όποια αύξηση μισθού εξαφανίζεται πριν φτάσει στο τέλος του μήνα. Και αυτή ακριβώς είναι η περιοχή στην οποία συγκρούονται πλέον κυβέρνηση και αντιπολίτευση.

Οι εκλογές που θα ψάχνουμε τον δεύτερο και τον Σαμαρά

Η κυβέρνηση επιχειρεί να πει ότι το κράτος μπορεί να γίνει ελαφρύτερο εκεί όπου πονά περισσότερο ο πολίτης, στη φορολογία, στις εισφορές, στις αποδοχές, στο διαθέσιμο εισόδημα. Η λογική της είναι σαφής. Αν η οικονομία παράγει περισσότερο δημοσιονομικό χώρο, ένα μέρος του πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία.

Η αντιπολίτευση απαντά από την άλλη πλευρά της ίδιας εξίσωσης. Ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα αφήνει το κράτος στην τσέπη, αλλά και πόσα επιτρέπει στην αγορά να της παίρνει. Ακρίβεια, ενέργεια, ολιγοπώλια, στέγη, τραπεζικές χρεώσεις, ιδιωτικό χρέος. Όλα τελικά επιστρέφουν στο ίδιο σημείο, στην πραγματική αγοραστική δύναμη.

Κάπου εδώ τελειώνει και η παλιά άνεση των εύκολων υποσχέσεων. Γιατί άλλο να ανακοινώνεις ένα μέτρο και άλλο να το αισθάνεται ο πολίτης. Μπορεί μια κυβέρνηση να μειώσει έναν φόρο και την ίδια στιγμή ένα νοικοκυριό να έχει χάσει πολλαπλάσια από τις αυξήσεις σε τρόφιμα και στέγη. Μπορεί ένα κόμμα της αντιπολίτευσης να υπόσχεται γενναίες παρεμβάσεις και την ίδια ώρα να μην εξηγεί πειστικά από πού θα χρηματοδοτηθούν. Στο χαρτί όλοι μπορούν να γίνουν γενναιόδωροι. Στο οικογενειακό ταμείο όμως οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.

Γι’ αυτό και η επόμενη πολιτική μάχη δεν θα κριθεί μόνο στο ποιος θα παρουσιάσει το μεγαλύτερο πακέτο. Θα κριθεί στο ποιος μπορεί να απαντήσει πειστικά, τι μένει στην τσέπη; Εκεί βρίσκεται πλέον το πραγματικό μέτωπο.

Όχι ανάμεσα σε δύο ιδεολογικά στρατόπεδα που μιλούν διαφορετική γλώσσα, αλλά ανάμεσα σε πολίτες που αισθάνονται ότι πληρώνουν πολλά και ένα πολιτικό σύστημα που προσπαθεί να τους πείσει ότι μπορεί να τους επιστρέψει κάτι.

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια που συχνά υποτιμάται. Το κράτος δεν κρίνεται πλέον μόνο από το πόσα εισπράττει ή πόσα μοιράζει. Κρίνεται και από το αν λειτουργεί. Αν τα νοσοκομεία εξυπηρετούν. Αν τα σχολεία στέκονται. Αν η Δικαιοσύνη κινείται. Αν ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής. Αν μια δημόσια υπηρεσία τον ταλαιπωρεί ή τον βοηθά. Διότι ο φορολογούμενος μπορεί να ανεχθεί ένα βαρύ κράτος όταν πιστεύει ότι παίρνει πίσω υπηρεσίες. Δυσκολεύεται όμως πολύ περισσότερο να αποδεχθεί ένα ακριβό κράτος που του ζητά συνεχώς και του προσφέρει λίγο. Αυτό είναι το καινούργιο πολιτικό στοίχημα.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει ότι η ανάπτυξη μεταφράζεται σε καλύτερη καθημερινότητα και όχι μόνο σε καλύτερους δείκτες. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να αποδείξει ότι οι υποσχέσεις της δεν είναι ένας ακόμη κατάλογος παροχών χωρίς λογαριασμό. Και ο πολίτης; Ο πολίτης μάλλον θα κάνει αυτό που κάνει πάντα στο τέλος. Θα αφήσει στην άκρη τις μεγάλες λέξεις, θα ανοίξει το πορτοφόλι του και θα αποφασίσει αν όσα άκουσε στην πολιτική σκηνή έχουν οποιαδήποτε σχέση με όσα ζει στην πραγματική ζωή. Γιατί η νέα διαχωριστική γραμμή μπορεί τελικά να μην είναι Δεξιά ή Αριστερά. Μπορεί να είναι κάτι πολύ απλούστερο. Μπαίνω στον μήνα με έναν μισθό. Με πόσα βγαίνω;

 

Share This Article