
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν τελικά η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και άνοιξε έναν κύκλο εσωτερικής αναταραχής στη Νέα Δημοκρατία, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι μια βαθύτερη αμφισβήτηση του τρόπου λειτουργίας του επιτελικού κράτους και, κυρίως, της σχέσης του Μεγάρου Μαξίμου με τους βουλευτές.
Η κοινή παρέμβαση των Θανάση Ζεμπίλη, Ανδρέα Κατσανιώτη, Ξενοφώντα Μπαραλιάκου, Γιάννη Οικονόμου και Ιωάννη Παππά στα «Νέα» είναι πολιτικό σήμα και μάλιστα σήμα από την περιφέρεια προς το κέντρο της εξουσίας. Και οι πέντε είναι βουλευτές περιφέρειας, με ισχυρή επαφή με τις τοπικές κοινωνίες, και αισθάνονται ότι το σημερινό μοντέλο διακυβέρνησης έχει παραγκωνίσει όχι μόνο τους ίδιους, αλλά συνολικά τον ρόλο του εκλεγμένου βουλευτή.
Η φράση τους ότι «οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να υπηρετούν το όποιο επιτελείο» συμπυκνώνει το μήνυμα προς το Μαξίμου. Δεν αμφισβητούν την ανάγκη κεντρικού συντονισμού. Αμφισβητούν ένα κλειστό σύστημα αποφάσεων, στο οποίο οι βουλευτές καλούνται συχνά να υπερασπιστούν επιλογές στις οποίες δεν είχαν ουσιαστική συμμετοχή.
Στις μεταξύ τους συζητήσεις, οι πέντε εμφανίζονται ιδιαίτερα αιχμηροί. Θεωρούν ότι η περιορισμένη αξιοποίηση των βουλευτών μοιάζει σαν να διαφωνεί το πρωθυπουργικό επιτελείο με την ίδια την ψήφο των πολιτών. Οι πολίτες, λένε, επιλέγουν και εκλέγουν βουλευτές για να έχουν φωνή στο Κοινοβούλιο και στην κυβέρνηση. Αν, όμως, αυτοί μένουν σταθερά εκτός του πραγματικού κέντρου αποφάσεων, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η λαϊκή εντολή αντιμετωπίζεται ως διακοσμητικό στοιχείο.
Στην κριτική τους μπαίνει και η σύνθεση της κυβέρνησης. Υποστηρίζουν ότι οι βουλευτές συνολικά έχουν παραγκωνιστεί, καθώς κρίσιμοι ρόλοι ανατίθενται σε εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα ή σε στελέχη που δεν διαθέτουν την ίδια καθημερινή τριβή με την κοινωνία, την περιφέρεια και τις εκλογικές βάσεις της ΝΔ. Αυτό, κατά την άποψή τους, δημιουργεί απόσταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την πραγματική κομματική και κοινωνική βάση.
Η ευθύνη, όπως λένε, δεν περιορίζεται μόνο στους σημερινούς χειρισμούς. Σαφείς αιχμές υπάρχουν και προς τον Γιώργο Γεραπετρίτη, ο οποίος θεωρείται ο βασικός εισηγητής και εμπνευστής του επιτελικού κράτους. Το μοντέλο αυτό, αναγνωρίζουν, απέδωσε σε περιόδους κρίσεων. Όμως, σε συνθήκες κανονικότητας, λένε ότι παρήγαγε υπερσυγκέντρωση εξουσίας, αποδυνάμωση των υπουργείων και υποβάθμιση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Οι πέντε δεν εμφανίζονται ως αντάρτες κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αντιθέτως, στις συζητήσεις τους επιμένουν ότι θέλουν τη Νέα Δημοκρατία ξανά πρώτη, ισχυρή και με ποσοστά που θα της επιτρέψουν καθαρή κυβερνητική εντολή. «Δεν υπάρχει κανείς μας που δεν θέλει να εκλεγεί ξανά η Νέα Δημοκρατία, να πάρει 40% και να βγούμε κι εμείς πιο εύκολα βουλευτές», είναι το νόημα όσων λένε.
Αλλά ακριβώς επειδή θέλουν να ξανακερδίσει η ΝΔ, προειδοποιούν ότι πρέπει να διορθωθούν λάθη πριν γίνουν πολιτικά μη αναστρέψιμα. Το ερώτημα που θέτουν προς το Μαξίμου είναι καθαρό. Σέβεται την Κοινοβουλευτική Ομάδα; Σέβεται την επιλογή των πολιτών; Θεωρεί ότι οι βουλευτές που ψηφίζονται στις περιφέρειες πρέπει να αξιοποιούνται ουσιαστικά και σε κυβερνητικούς ρόλους;
Η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στις 7 Μαΐου αποκτά έτσι άλλο βάρος. Δεν θα είναι απλώς μια διαδικασία εκτόνωσης μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα είναι η πρώτη ευθεία αναμέτρηση ανάμεσα στο επιτελικό κράτος και στους «πληβείους» της κυβερνητικής παράταξης, τους βουλευτές που σηκώνουν το βάρος στην περιφέρεια, ακούν τη φθορά στην κοινωνία και ζητούν πλέον όχι απλώς να ενημερώνονται, αλλά να μετέχουν.

