Η ΔΕΘ του… Σίσυφου: Τα κόμματα ανακοινώνουν… πακέτα, η αγορά ζητά άλλα – Η δύσκολη εξίσωση: πόσο κοστίζει να παράγεις, να επενδύεις και να δημιουργείς μια θέση εργασίας

Newsroom
10 Min Read

Η ΔΕΘ του… Σίσυφου: Τα κόμματα ανακοινώνουν… πακέτα, η αγορά ζητά άλλα – Η δύσκολη εξίσωση: πόσο κοστίζει  να παράγεις, να επενδύεις και να δημιουργείς μια θέση εργασίας

Η φετινή ΔΕΘ έχει ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Κυβέρνηση, αντιπολίτευση, εργαζόμενοι και επιχειρήσεις συμφωνούν σχεδόν σε όλα, οι φόροι πρέπει να μειωθούν, οι μισθοί να αυξηθούν, η ακρίβεια να υποχωρήσει και οι επενδύσεις να ενισχυθούν.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν φτάνουμε στο ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό και, κυρίως, στο γιατί εξακολουθεί να είναι τόσο ακριβό να παράγεις στην Ελλάδα.

Στο Μέγαρο Μαξίμου οι τελευταίες ημέρες πριν από την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι αφιερωμένες στο τελικό «κλείδωμα» των παρεμβάσεων που θα παρουσιαστούν στη Θεσσαλονίκη. Η στόχευση είναι συγκεκριμένη, φορολογικές ελαφρύνσεις και μέτρα με ορατό αποτέλεσμα στο διαθέσιμο εισόδημα, με έμφαση στη μεσαία τάξη, στις οικογένειες και στους εργαζομένους.

Η επιχειρηματική αγορά, όμως, φτάνει στη Θεσσαλονίκη με μια διαφορετική λίστα. Και κάπως έτσι στη ΔΕΘ συναντώνται δύο Ελλάδες που στην πραγματικότητα είναι μία. Είναι ο βράχος του Σίσυφου της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Το κράτος προσπαθεί από τη μία να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και από την άλλη επιβαρύνει άμεσα ή έμμεσα εκείνον που πρέπει να δημιουργήσει αυτό το εισόδημα, την επιχείρηση, τον ελεύθερο επαγγελματία και τελικά την ίδια την εργασία. Και κάπου εκεί αρχίζει ο φαύλος κύκλος.

Η κυβέρνηση κοιτάζει την τσέπη – Η αγορά το κόστος

Η πολιτική λογική του κυβερνητικού πακέτου είναι εύκολα αναγνώσιμη. Έπειτα από χρόνια πληθωριστικών πιέσεων, υψηλών ενοικίων, ακριβής ενέργειας και ανατιμήσεων στα τρόφιμα, η κυβέρνηση θέλει ο πολίτης να μπορεί να υπολογίσει με απλό τρόπο το όφελος, Πόσα περισσότερα θα μου μείνουν στο τέλος του μήνα;

Πρόκειται και για πολιτική αναγκαιότητα. Η ΔΕΘ του 2026 είναι η τελευταία πριν από την εκλογική χρονιά του 2027 και συνεπώς οι οικονομικές εξαγγελίες αποτελούν ταυτόχρονα τμήμα του κυβερνητικού σχεδίου για την τελική ευθεία προς τις κάλπες. Η αγορά όμως θέτει μια διαφορετική ερώτηση, πόσο κοστίζει στην Ελλάδα να δημιουργήσεις αυτό το εισόδημα; Και εκεί η εικόνα γίνεται πολύ πιο σύνθετη.

Ο εργαζόμενος λέει «παίρνω λίγα» – Ο εργοδότης «μου κοστίζει πολύ»

Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η εργασία. Ο εργαζόμενος βλέπει τον καθαρό μισθό που καταλήγει στον λογαριασμό του. Η επιχείρηση βλέπει το συνολικό κόστος της θέσης εργασίας. Ανάμεσα στα δύο βρίσκονται ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις. Έτσι δημιουργείται μια φαινομενικά παράλογη κατάσταση, ο εργαζόμενος μπορεί δικαιολογημένα να θεωρεί ότι αμείβεται λίγο και ο επιχειρηματίας, επίσης δικαιολογημένα, ότι η συγκεκριμένη θέση εργασίας τού κοστίζει πολύ. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα που καμία αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί από μόνη της να λύσει. Γιατί εάν δεν μειώνεται παράλληλα το μη μισθολογικό κόστος, ένα μέρος της αύξησης μετατρέπεται σε πρόσθετο κόστος παραγωγής. Και το κόστος κάπου καταλήγει, είτε στα περιθώρια κέρδους είτε στις προσλήψεις είτε, τελικά, στην τιμή του προϊόντος.

Το τεκμαρτό και η ελληνική δυσπιστία

Αντίστοιχη είναι η συζήτηση για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης θεσπίστηκε για να αντιμετωπίσει μια πραγματική στρέβλωση, επαγγελματίες που επί σειρά ετών εμφάνιζαν εξαιρετικά χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Το κράτος, αντί να περιορίζεται αποκλειστικά στο πραγματικό δηλωθέν εισόδημα, προσδιορίζει υπό προϋποθέσεις ένα ελάχιστο εισόδημα που θεωρεί ότι ο επαγγελματίας θα έπρεπε να έχει αποκτήσει. Το ζήτημα επομένως δεν είναι εάν πρέπει να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή. Προφανώς πρέπει. Το πολιτικό ερώτημα είναι διαφορετικό, μπορεί η αδυναμία του κράτους να εντοπίσει τον πραγματικό φοροφυγά να οδηγεί στη φορολόγηση εισοδήματος που ενδεχομένως δεν αποκτήθηκε; Αυτή είναι μια δύσκολη συζήτηση που δεν χωρά εύκολα ούτε στα κυβερνητικά συνθήματα ούτε στις γενικές υποσχέσεις της αντιπολίτευσης.

Προκαταβολή φόρου: Tο κράτος ζητά μερίδιο και από το αύριο

Στο ίδιο κάδρο βρίσκεται η προκαταβολή φόρου. Μια επιχείρηση ή ένας επαγγελματίας δεν καλείται απλώς να πληρώσει φόρο για το εισόδημα που απέκτησε. Καλείται να προκαταβάλει φόρο και έναντι της επόμενης χρήσης.

Δημοσιονομικά ο μηχανισμός έχει λογική. Επιχειρηματικά, όμως, σημαίνει δέσμευση ρευστότητας σήμερα για κέρδη που αναμένεται να υπάρξουν αύριο. Και για μια μικρή επιχείρηση η ρευστότητα δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι τα χρήματα για νέο εξοπλισμό, μεγαλύτερο απόθεμα, ψηφιοποίηση, καλύτερους μισθούς ή μία επιπλέον πρόσληψη.

Το τέλος επιτηδεύματος και το μάθημα που μένει

Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για φυσικά πρόσωπα και η πορεία περιορισμού μιας επιβάρυνσης που για χρόνια συνόδευε την επιχειρηματική δραστηριότητα αποτελεί θετική εξέλιξη. Αλλά η ιστορία του συγκεκριμένου φόρου είναι ταυτόχρονα χαρακτηριστική της ελληνικής οικονομικής πολιτικής.

Σε μια περίοδο δημοσιονομικής ανάγκης δημιουργείται μια έκτακτη επιβάρυνση. Η έκτακτη επιβάρυνση παραμένει για χρόνια. Αργότερα η κατάργησή της παρουσιάζεται, δικαιολογημένα, ως φορολογική ελάφρυνση. Και κάπως έτσι το κράτος πανηγυρίζει επειδή κατάφερε να αφαιρέσει ένα βάρος που το ίδιο είχε προηγουμένως τοποθετήσει.

Το ρεύμα είναι μέρος της τιμής στο ράφι

Και μετά έρχεται το ενεργειακό κόστος. Για ένα νοικοκυριό το ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Για μια βιομηχανία, ένα ξενοδοχείο, έναν φούρνο, ένα εστιατόριο ή μια μικρή βιοτεχνία, όμως, το ρεύμα είναι κόστος παραγωγής. Το ίδιο συμβαίνει με τις μεταφορές, τα καύσιμα, τα επιτόκια και τη χρηματοδότηση. Και εδώ βρίσκεται ένα κομμάτι της συζήτησης για την ακρίβεια που συχνά απουσιάζει από την πολιτική αντιπαράθεση. Είναι εύκολο να ρωτάμε γιατί ένα προϊόν έφτασε να κοστίζει 5 ευρώ στο ράφι. Δυσκολότερο είναι να ανοίξουμε ολόκληρη τη διαδρομή του και να δούμε πόσο κόστισε για να φτάσει μέχρι εκεί.

Οι φόροι των επιχειρήσεων δεν μένουν πάντα στις επιχειρήσεις

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο οικονομικό παράδοξο. Στον δημόσιο διάλογο ο φόρος μιας επιχείρησης αντιμετωπίζεται πολλές φορές ως κόστος που αφορά αποκλειστικά τον επιχειρηματία. Στην πραγματική οικονομία όμως ένα μέρος των επιβαρύνσεων μπορεί να περάσει στην τελική τιμή.

Όταν αυξάνονται το ενεργειακό κόστος, οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, οι πρώτες ύλες, τα μεταφορικά ή το κόστος χρηματοδότησης, η επιχείρηση έχει συγκεκριμένες επιλογές: να περιορίσει το κέρδος, να αναβάλει επενδύσεις, να συγκρατήσει προσλήψεις ή να μεταφέρει μέρος της αύξησης στον καταναλωτή.

Και τότε το κόστος επιστρέφει στον πολίτη από την πίσω πόρτα. Στο ταμείο.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσο φορολογούμε – Είναι πόσο κοστίζει να παράγουμε

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της συζήτησης που σπάνια φτάνει μέχρι τέλους. Η Ελλάδα έχει μειώσει σημαντικούς φορολογικούς συντελεστές τα τελευταία χρόνια. Έχει περιορίσει ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, έχει προχωρήσει στην κατάργηση φόρων και έχει δημιουργήσει φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις. Το ερώτημα όμως είναι εάν αυτά αρκούν. Γιατί μια οικονομία δεν γίνεται ανταγωνιστική μόνο επειδή μειώνεται ένας φορολογικός συντελεστής.

Χρειάζεται φθηνότερη και προβλέψιμη ενέργεια, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερη Δικαιοσύνη, σταθερό φορολογικό περιβάλλον, υποδομές και, κυρίως, παραγωγικότητα. Διαφορετικά, απλώς μετακινούμε το κόστος από τη μία τσέπη στην άλλη.

Ο Σίσυφος του πολιτικού συστήματος

Και εδώ εμφανίζεται ο Σίσυφος. Όχι μόνο της σημερινής κυβέρνησης. Ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Το κράτος επιβαρύνει την παραγωγή για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του. Το αυξημένο κόστος περνά εν μέρει στις τιμές. Οι τιμές πιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα. Το πολιτικό σύστημα διαπιστώνει ότι τα νοικοκυριά δεν αντέχουν και αναζητά χρήματα για επιδόματα, ενισχύσεις και φοροελαφρύνσεις. Για να χρηματοδοτήσει όμως αυτές τις παρεμβάσεις χρειάζεται ξανά φορολογικά έσοδα. Και ο βράχος αρχίζει πάλι να ανεβαίνει. Γι’ αυτό η ουσιαστική συζήτηση στη φετινή ΔΕΘ δεν θα έπρεπε να περιοριστεί στο «πόσα δίνει η κυβέρνηση» και στο «πόσα περισσότερα υπόσχεται η αντιπολίτευση». Υπάρχει ένα δυσκολότερο ερώτημα, πόσο κοστίζει τελικά να παράγεις ένα ευρώ πλούτου στην Ελλάδα; Πόσο κοστίζει να προσλάβεις έναν εργαζόμενο; Πόσο κοστίζει να κρατήσεις ανοιχτή μια μικρή επιχείρηση; Πόσο κοστίζει το κεφάλαιο, η ενέργεια, η φορολογική συμμόρφωση και η γραφειοκρατία; Και πόσο από αυτό το κόστος καταλήγει τελικά στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής; Αυτή είναι η πραγματική ΔΕΘ των δύο Ελλάδων.

Η μία Ελλάδα ζητά περισσότερα χρήματα στην τσέπη. Η άλλη ζητά να της κοστίζει λιγότερο για να δημιουργήσει αυτά τα χρήματα. Και όσο το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει τις δύο πλευρές σαν διαφορετικά προβλήματα, θα επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο, θα δίνουμε εισόδημα για να αντιμετωπίσουμε την ακρίβεια χωρίς να χτυπάμε αρκετά το κόστος που την παράγει.

Κάθε Σεπτέμβριο ο Σίσυφος θα ανεβάζει τον βράχο στη Θεσσαλονίκη. Και κάθε χρόνο θα αναρωτιόμαστε γιατί, παρά τις φοροελαφρύνσεις, τις αυξήσεις και τις ενισχύσεις, ο πολίτης εξακολουθεί να αισθάνεται ότι στο τέλος του μήνα κάτι δεν βγαίνει.

Share This Article