
Υπάρχουν εποχές που οι κοινωνίες δοκιμάζονται από πολέμους. Και υπάρχουν εποχές που δοκιμάζονται καθημερινά, αθόρυβα, από το κόστος της ίδιας της ζωής. Η σημερινή Ελλάδα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η ακρίβεια έχει μετατραπεί στη σύγχρονη μάστιγα της ελληνικής κοινωνίας. Δεν εισβάλλει με τανκς ούτε βομβαρδίζει πόλεις. Εισβάλλει στο πορτοφόλι του πολίτη, στο τραπέζι της οικογένειας, στην αγωνία του συνταξιούχου, στην ανασφάλεια του νέου ζευγαριού.
Οι εξηγήσεις που δίνονται είναι γνωστές. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέτρεψε τις ενεργειακές ισορροπίες και ανατίναξε το κόστος παραγωγής. Η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, αύξησε το κόστος των μεταφορών και επανέφερε την αβεβαιότητα στις αγορές. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτά αποτελούν πραγματικές αιτίες.
Αλλά δεν αποτελούν ολόκληρη την αλήθεια.
Γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει από τις υψηλότερες τιμές σε βασικά αγαθά, ενώ τα εισοδήματα των πολιτών παραμένουν αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο; Γιατί τα ίδια προϊόντα συχνά κοστίζουν περισσότερο στα ελληνικά ράφια απ’ ό,τι σε πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες; Η απάντηση βρίσκεται σε μια λέξη που αποφεύγουμε να προφέρουμε όσο συχνά θα έπρεπε: αισχροκέρδεια.
Δεν πρόκειται για ηθικολογική καταγγελία. Πρόκειται για οικονομική διαπίστωση. Όταν οι διεθνείς ανατιμήσεις αποκλιμακώνονται αλλά οι τελικές τιμές παραμένουν πεισματικά υψηλές, όταν τα περιθώρια κέρδους διογκώνονται χωρίς αντίστοιχη αύξηση του κόστους, όταν ο καταναλωτής πληρώνει πολύ ακριβότερα από όσο δικαιολογούν οι αντικειμενικές συνθήκες, τότε η αγορά παύει να λειτουργεί με τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού. Λειτουργεί με τους κανόνες της ισχύος.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα για την πολιτεία.
Ποια είναι η πραγματική στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στην ακρίβεια; Αρκούν τα περιστασιακά πρόστιμα και οι επικοινωνιακές εξαγγελίες; Είναι αρκετές οι λίστες συγκρίσεων τιμών ή οι έκτακτες παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα αλλά όχι την αιτία;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: υπάρχει πολιτική βούληση να χτυπηθεί το πρόβλημα στη ρίζα του;
Διότι η ρίζα δεν βρίσκεται μόνο στις γεωπολιτικές κρίσεις. Βρίσκεται και στην υπερβολική ισχύ που διαθέτουν μεγάλοι προμηθευτές, αλυσίδες και πολυεθνικές, οι οποίες μπορούν να διαμορφώνουν τις τιμές με τρόπο που υπερβαίνει κάθε έννοια εύλογου κέρδους. Εκεί θα δοκιμαστεί η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης.
Θα ανοίξει πραγματικό μέτωπο με τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα; Θα επιβάλει κανόνες που δεν θα αφήνουν περιθώρια για αδικαιολόγητες υπερχρεώσεις; Θα ενισχύσει ουσιαστικά τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και την Επιτροπή Ανταγωνισμού ώστε να λειτουργούν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα καθορίσει όχι μόνο την εξέλιξη των τιμών, αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας της πολιτικής.
Γιατί η ακρίβεια δεν είναι μια αφηρημένη οικονομική έννοια. Είναι η καθημερινότητα του πολίτη. Είναι η στιγμή που ο οικογενειάρχης αφήνει προϊόντα στο ταμείο, που ο νέος αναβάλλει τα σχέδιά του, που ο ηλικιωμένος μετρά τα κέρματα πριν περάσει την πόρτα του σούπερ μάρκετ.
Η κοινωνία δεν ζητά θαύματα. Ζητά δικαιοσύνη. Και η δικαιοσύνη στην αγορά δεν επιτυγχάνεται με ευχές ούτε με διαπιστώσεις. Επιτυγχάνεται όταν το κράτος αποδεικνύει ότι μπορεί να προστατεύσει τον πολίτη απέναντι σε όσους μετατρέπουν κάθε διεθνή κρίση σε ευκαιρία υπερκέρδους.

