
Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε στη Βούλα και μίλησε για τον «τζάμπα 1» που συναγωνίζεται τον «τζάμπα 2», είχε ήδη αποφασίσει εδώ και μέρες ότι η μάχη της παροχολογίας δεν πρέπει να αφεθεί να ωριμάσει. Πρέπει να διατυπωθεί το κατάλληλο αφήγημα για να κοπεί στη ρίζα της, πριν προλάβει να γίνει προεκλογικό όπλο στα χέρια της αντιπολίτευσης. Και η επιλογή του τόπου τα έλεγε όλα. Απόγευμα Τρίτης, μετά την αυτοψία στα αντιπλημμυρικά έργα στο ρέμα Κόρμπι και την επίσκεψη στο Κέντρο Υγείας Βάρης, ένα σκηνικό φτιαγμένο για να δείχνει κυβέρνηση που παραδίδει υποδομές την ώρα που η αντιπολίτευση μοιράζει υποσχέσεις. Μέσα σε αυτό το κάδρο, η αιχμηρή φράση βρήκε τον φυσικό της χώρο.
Το ποιος είναι ο ένας τζάμπας και ποιος ο άλλος, ο Πρωθυπουργός το άφησε να το συμπληρώσει ο καθένας μόνος του. Η αμφισημία ήταν εσκεμμένη, γιατί έτσι χτυπιούνται και οι δύο με μία κίνηση, χωρίς να αναβαθμίζεται κανείς σε αποκλειστικό αντίπαλο.
Η κόντρα για τα δωρεάν ΜΜΜ και η αριθμητική των μέτρων
Η αφορμή ήταν διπλή και γνώριμη. Πρώτος ο Νίκος Ανδρουλάκης, με τη δέσμευση για δωρεάν μετακίνηση στα ΜΜΜ για όλους τους νέους έως 24 ετών σε Αττική και Θεσσαλονίκη. Λίγες ώρες αργότερα, ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος δεν θα μπορούσε να μείνει δεύτερος σε διαγωνισμό παροχών, και υπερκέρασε το ΠΑΣΟΚ υποσχόμενος καθολική δωρεάν μετακίνηση, χωρίς ηλικιακό όριο στα αστικά κέντρα όλης της χώρας.
Η αριθμητική του πράγματος τα λέει όλα. Το μέτρο του Ανδρουλάκη κοστολογείται γύρω στα 35 εκατομμύρια, αυτό της ΕΛ.Α.Σ. σκαρφαλώνει περίπου στα 350. Δέκα φορές πάνω. Και οι δύο λένε ότι είναι κοστολογημένο. Όμως ο Πρωθυπουργός δεν αρκέστηκε στη γενικόλογη αναφορά περί κοστολόγησης αλλά προχώρησε στο δικό του πολιτικό επιχείρημα. Όποιος υπόσχεται τζάμπα παροχές, είπε, από κάπου θα τις πάρει πίσω.
Είναι η φράση που θα ακούγεται τις επόμενες μέρες σε κάθε εμφάνιση γαλάζιων στελεχών γιατί συμπυκνώνει ολόκληρη τη στρατηγική του Μαξίμου απέναντι στην ανθοφορία των λεφτόδεντρων. Η κυβέρνηση δεν λέει «όχι» στις παροχές. Λέει «πείτε μου ποιος πληρώνει». Και πάνω σε αυτό το γήπεδο, του οικονομικού ρεαλισμού, καλεί την αντιπολίτευση να παίξει, ξέροντας ότι εκεί έχει το προβάδισμα.
Το κυβερνητικό αντεπιχείρημα και η στόχευση στους νέους
Το αντεπιχείρημα της Πειραιώς δεν είναι καινούργιο, αλλά τώρα ακονίζεται. Για κάθε δωρεάν εισιτήριο σε δύο μητροπολιτικά κέντρα, η κυβέρνηση αντιτείνει τον μηδενισμό του φόρου εισοδήματος για τους νέους έως 25 ετών μέχρι τις 20.000 ευρώ, ένα μέτρο που πιάνει εργαζόμενους νέους σε όλη τη χώρα, όχι μόνο στο κλεινόν άστυ και στη συμπρωτεύουσα.
Η λογική είναι απλή στην ανάπτυξή της. Δεν χαρίζεις ένα εισιτήριο, μηδενίζεις έναν φόρο και αφήνεις τον νέο άνθρωπο να κάνει με τα λεφτά του ό,τι θέλει.
Όμως η αντιπολίτευση δεν στέκεται άπραγη. Ο κ. Ανδρουλάκης γυρίζει το επιχείρημα ανάποδα, υπενθυμίζοντας ότι Μητσοτάκης και Τσίπρας έχουν ήδη κριθεί, είχαν τις ευκαιρίες τους, άλλα είπαν κι άλλα έκαναν, και τον λογαριασμό τον πλήρωσαν οι πολίτες. Είναι επιχείρημα με ακροατήριο, ειδικά σε μια εποχή που η ακρίβεια και το στεγαστικό καίνε τους νέους κάτω των 35, εκείνους δηλαδή που και τα τρία κόμματα ψάχνουν απεγνωσμένα να κερδίσουν.
Και φυσικά, από τη στιγμή που ο κ. Ανδρουλάκης επιχειρεί να ταυτίσει Μητσοτάκη και Τσίπρα ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και ο Πρωθυπουργός επιχειρεί να ταυτίσει Ανδρουλάκη και Τσίπρα ως τις δύο εκφράσεις της αντιπολίτευσης που επενδύουν στην παροχολογία.
Το πολιτικό παρασκήνιο και οι μνήμες του 2012 και του 2015
Το παρασκήνιο, πάντως, αφήνει και μια δεύτερη ανάγνωση. Ο Τσίπρας επιχειρεί επιστροφή με νέο περιτύλιγμα και ίδιο περιεχόμενο, ποντάροντας στη μνήμη να ξεθωριάσει. Ο Ανδρουλάκης, υπό δημοσκοπική πίεση, μοιάζει να παρασύρεται σε έναν διαγωνισμό που δεν είναι το φυσικό του έδαφος.
Και το Μαξίμου, διαβάζοντας ακριβώς αυτή τη δυναμική, σπεύδει να επαναφέρει στη συλλογική μνήμη το άρωμα του 2012 και του 2015, τότε που οι αυταπάτες, όπως λένε, οδήγησαν τη χώρα στην κόψη του ξυραφιού. Δεν είναι τυχαία η υπενθύμιση ότι επί ΣΥΡΙΖΑ το εισιτήριο ανέβηκε από 1,20 στο 1,40, για να επιστρέψει στη σημερινή του τιμή επί Νέας Δημοκρατίας.
Κάλπες το 2027 και η μάχη της πολιτικής αφήγησης
Από τη Βούλα πάντως, για ακόμη μία φορά, ο Πρωθυπουργός ξεκαθάρισε και κάτι ακόμη: κάλπες την άνοιξη του 2027, θέλοντας να βάλει για ακόμη μία φορά φρένο στα καθημερινά σενάρια περί πρόωρων εκλογών.
Στην Πειραιώς, διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις, βλέπουν ότι το στοίχημα της πρωτιάς και της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας θα κριθεί στους δικούς της δυσαρεστημένους, εκείνους που έχουν απομακρυνθεί χωρίς να έχουν φύγει.
Γι’ αυτό ο κ. Μητσοτάκης διάλεξε να κάψει την παροχολογία νωρίς και δυνατά. Όχι γιατί απαραιτήτως πλησιάζουν οι εκλογές, αλλά γιατί η μάχη της αφήγησης κρίνεται από τώρα.

