
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική οξυδέρκεια για να καταλάβει κανείς ότι όσα είπε χθες ο Άδωνις Γεωργιάδης για τα σενάρια συγκυβέρνησης δεν ειπώθηκαν στον αέρα. Ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας άφησε για ακόμα μια φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, γνωρίζοντας ωστόσο πολύ καλά ότι η Χαριλάου Τρικούπη έχει ήδη δεσμευτεί με ρητή απόφαση του συνεδρίου της να μην στηρίξει σε καμία περίπτωση κυβέρνηση υπό τη Νέα Δημοκρατία. Το πραγματικό βάρος της τοποθέτησης βρισκόταν αλλού, στην αναφορά του στο κόμμα Σαμαρά ως πιθανό εταίρο, με τη ρητή προϋπόθεση ότι ο πρώην πρωθυπουργός θα αποδεχόταν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία.
Από την αυτοδυναμία στις κυβερνήσεις συνεργασίας
Η λογική πίσω από την κίνηση είναι πολυεπίπεδη. Επτά χρόνια μετά την επιστροφή της στην εξουσία, η Πειραιώς αντιλαμβάνεται ότι η αδιάκοπη επίκληση της αυτοδυναμίας ως της μοναδικής αποδεκτής επιλογής μπορεί να κοστίζει σε ένα κομμάτι ψηφοφόρων που και στις δημοσκοπήσεις τάσσονται υπέρ των κυβερνήσεων συνεργασίας. Για ένα κομμάτι του εκλογικού σώματος, η επιμονή στο «όλα ή τίποτα» δεν διαβάζεται μόνο ως αυτοπεποίθηση αλλά και ως αλαζονεία μιας παρατεταμένης διακυβέρνησης. Ο κ. Γεωργιάδης, δείχνοντας ότι η Νέα Δημοκρατία διαθέτει και εναλλακτικές, επιχειρεί να αποφορτίσει ακριβώς αυτή την εικόνα.
Γιατί στο τραπέζι μπαίνει ο Σαμαράς
Από τη στιγμή που η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ έχει ουσιαστικά ναυαγήσει προτού καν συζητηθεί, καθώς το δεσμεύει η ίδια του η συνεδριακή απόφαση, στο τραπέζι μένει το κόμμα Σαμαρά. Και εδώ το σκεπτικό του αντιπροέδρου έχει μια εσωτερική συνέπεια που δύσκολα αμφισβητείται. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως και σειρά στελεχών που σήμερα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, διετέλεσαν υπουργοί στην κυβέρνηση Σαμαρά. Θα ήταν πολιτικά αφύσικο να ισχυριστούν δημοσίως ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει μαζί του. Το άνοιγμα, με αυτή την έννοια, φαντάζει φυσικό, σχεδόν αναμενόμενο.
Η «παγίδα» του πρωθυπουργού
Ο όρος όμως που τίθεται αλλάζει εντελώς το νόημα της πρότασης. Η απαίτηση να δεχθεί ο Αντώνης Σαμαράς πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι το κέντρο βάρους ολόκληρης της κίνησης. Στην ουσία πρόκειται για μια καλοστημένη πολιτική παγίδα. Κάποια στιγμή, σε τηλεοπτικό παράθυρο ή σε συνέντευξη, ο πρώην πρωθυπουργός θα κληθεί να απαντήσει ευθέως αν προτίθεται να συμπορευθεί με τη Νέα Δημοκρατία υπό την πρωθυπουργία Μητσοτάκη. Και η απάντηση είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Άλλωστε και χθες το βράδυ ο πρόεδρος της Βουλής, σε συνέντευξή του στο Action 24, προέτρεψε τους δημοσιογράφους όταν κάνουν συνέντευξη με τον πρώην πρωθυπουργό να τον ρωτήσουν αν δημιουργεί το νέο κόμμα για να σώσει την Ελλάδα ή για να εμποδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να γίνει πρωθυπουργός.
Το αφήγημα της «χαμένης ψήφου»
Ένα κόμμα που, στην αντίληψη της Πειραιώς, συγκροτήθηκε με βασικό στόχο να πλήξει τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να του στερήσει την πρωθυπουργία, δεν έχει περιθώριο να απαντήσει καταφατικά χωρίς να αναιρέσει τον ίδιο του τον λόγο ύπαρξης. Ο κ. Σαμαράς, με άλλα λόγια, οδηγείται σε ένα «όχι» που θα το εκφέρει ο ίδιος, δημοσίως, με τη δική του υπογραφή.
Από εκείνη τη στιγμή, η Νέα Δημοκρατία αποκτά ένα ισχυρότατο επιχείρημα ενόψει κάλπης. Θα μπορεί να υποστηρίξει ότι η ψήφος στο κόμμα Σαμαρά είναι στην πράξη χαμένη ψήφος, αφού ο ίδιος ο αρχηγός του αρνείται τη συνεργασία με το πρώτο κόμμα και τον αρχηγό του.
Η στρατηγική πίσω από το μήνυμα
Έτσι στήνεται μια αφήγηση με διπλό όφελος. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται πρόθυμη για συνεννόηση και με επιλογές στο τραπέζι, ακόμη κι αν δεν αναδειχθεί αυτοδύναμη στην πρώτη κάλπη. Την ίδια ώρα, το βάρος της αδιαλλαξίας μετατοπίζεται στους υπόλοιπους, οι οποίοι και θα πάρουν τον «μουτζούρη».
Όποιος αρνείται τη λύση φορτώνεται και την ευθύνη για δεύτερες εκλογές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε πολιτικό κόστος και αβεβαιότητα. Ο κ. Γεωργιάδης δεν έκανε λοιπόν μια αφελή πρόταση συνεργασίας. Έστησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε πιθανή απάντηση των αντιπάλων λειτουργεί υπέρ της Πειραιώς. Και αυτό, σε μια μακρά προεκλογική περίοδο όπου το θέμα των συνεργασιών θα έρχεται και θα επανέρχεται, δεν είναι μικρό πράγμα.

