
Η κυβέρνηση θέλει να μιλήσει για τη ΔΕΘ. Η πραγματικότητα, όμως, επιμένει να μιλά για φωτιές, ακρίβεια, ενοίκια, λογαριασμούς και κρατική αποτελεσματικότητα. Λίγες εβδομάδες πριν από τη Θεσσαλονίκη, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο οικονομικό αφήγημα, με φορολογικές παρεμβάσεις και μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων. Μόνο που η κοινωνία δεν περιμένει άλλη μία παρουσίαση προθέσεων. Περιμένει να δει αν στο τέλος του μήνα μένουν περισσότερα χρήματα στην τσέπη.
Η φετινή ΔΕΘ αποκτά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη χαρακτήρα πολιτικού οροσήμου. Δεν είναι μια συνηθισμένη εξαγγελία μέτρων. Είναι η τελευταία μεγάλη ευκαιρία της κυβέρνησης να δείξει ότι η μακροοικονομική σταθερότητα μπορεί να μεταφραστεί σε καθημερινή ανακούφιση. Με τις εκλογές να τοποθετούνται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό την άνοιξη του 2027, ο Σεπτέμβριος θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως αφετηρία μιας μακράς προεκλογικής περιόδου.
Το δύσκολο ερώτημα για την κυβέρνηση: Το κράτος φτιάχτηκε ή ακόμη «θα» φτιαχτεί;
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρό πολιτικό πλεονέκτημα απέναντι σε μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Ωστόσο, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το επιχείρημα της προοπτικής δεν αρκεί. Ο πολίτης δεν ακούει πια με την ίδια ευκολία το «θα φτιάξουμε το κράτος». Ρωτά αν φτιάχτηκε.
Οι πυρκαγιές επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το κυβερνητικό αφήγημα. Το Μαξίμου δικαιούται να επικαλείται τις πρωτοφανείς κλιματικές συνθήκες. Δεν δικαιούται, όμως, να τις χρησιμοποιεί ως απόλυτο άλλοθι για όσα αφορούν την πρόληψη, τη δασική διαχείριση, τους καθαρισμούς, τους ελέγχους, τη χωροταξία και τη διαχρονική ανοχή στην αυθαιρεσία.
Η κλιματική κρίση δεν μειώνει την ευθύνη του κράτους. Την αυξάνει. Όταν οι συνθήκες γίνονται πιο ακραίες, το κράτος οφείλει να γίνει πιο γρήγορο, πιο αυστηρό και πιο οργανωμένο. Δεν μπορεί να λειτουργεί με διαδικασίες άλλης εποχής απέναντι σε φαινόμενα νέας εποχής.
Οι προηγούμενοι θυμήθηκαν όσα ξέχασαν όταν κυβερνούσαν
Την ίδια ώρα, η αντιπολίτευση ανεβάζει τους τόνους για τις ευθύνες της κυβέρνησης στις πυρκαγιές και στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Η κριτική είναι εύλογη, αλλά όχι πάντα αθώα. Όσοι κυβέρνησαν στο παρελθόν δεν μπορούν να εμφανίζονται σήμερα ως νεοφώτιστοι υπερασπιστές της πρόληψης και της περιβαλλοντικής ευαισθησίας.
Το ελληνικό μοντέλο αυθαιρεσίας, καταπατήσεων, πελατειακών νομιμοποιήσεων, ανοχής στις παράνομες χωματερές και εγκατάλειψης της δασικής διαχείρισης δεν δημιουργήθηκε σε μία κυβερνητική θητεία. Είναι προϊόν δεκαετιών. Άλλοι το ανέχθηκαν, άλλοι το διευκόλυναν, άλλοι το νομιμοποίησαν και σήμερα αρκετοί από αυτούς κουνούν το δάχτυλο σαν να έφτασαν χθες στη χώρα.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, κρίνεται επειδή κυβερνά. Οι προηγούμενοι κρίνονται επειδή τώρα θυμήθηκαν όσα ξέχασαν όταν κυβερνούσαν.
Η αντιπολίτευση έχει θυμό, όχι ακόμη πλειοψηφική πρόταση
Το βασικό πολιτικό παράδοξο παραμένει: μεγάλο τμήμα της κοινωνίας εμφανίζεται κουρασμένο από τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά αυτό δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπιστοσύνη προς την αντιπολίτευση. Πολλοί θέλουν να φύγει ο Μητσοτάκης. Λιγότεροι συμφωνούν ποιος πρέπει να έρθει.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα έχει αναδιατάξει τον χώρο της Κεντροαριστεράς, δημιουργώντας νέο πόλο πίεσης προς το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, ο πρώην πρωθυπουργός δεν επιστρέφει από το μέλλον. Επιστρέφει από μια προηγούμενη διακυβέρνηση που δεν άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις , με συγκεκριμένο αποτύπωμα, επιλογές και μνήμη. Κάθε υπόσχεση «νέας αρχής» θα συγκρίνεται αναγκαστικά με το προηγούμενο κυβερνητικό του ταμείο. Ενώ ο Αλέξης Τσίπρας δεν φημίζεται για την ευστοχία σε πολιτικές επιλογές αλλά και σε πρόσωπα που μπορούν να διαχειριστούν κρίσεις. Παράλληλα η προσπάθεια του να ξαναεμφανίζει το ηθικό πλεονέκτημα «κάηκε» από την πολλαπλή επίθεση του ΠΑΣΟΚ για τα οικονομικά του νεοσύστατου κόμματος του.
Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Αν πλησιάσει υπερβολικά τον Τσίπρα, κινδυνεύει να χάσει την αυτονομία του. Αν συγκρουστεί μετωπικά μαζί του, πολεμά έναν πιθανό μελλοντικό συνομιλητή για τη βάση του ευρύτερου χώρου. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, αποδυναμωμένος από τις διασπάσεις και τις αποχωρήσεις, εξακολουθεί να αναζητά πολιτικό ρόλο σε ένα σκηνικό που πλέον δεν τον περιμένει.
Η οικονομία βελτιώνεται στα χαρτιά, αλλά η κοινωνία μετρά αποδείξεις
Στο οικονομικό πεδίο, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι θετική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί. Ο πληθωρισμός μπορεί να υποχωρεί, όμως οι τιμές δεν επιστρέφουν εκεί που ήταν. Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Και φυσικά ο πολίτης δεν αρκείται σε μια μικρή μείωση όταν σωρευτικά του έχει έρθει ο ουρανός στο κεφάλι από την ακρίβεια.
Το οικονομικό επιτελείο βλέπει δείκτες που βελτιώνονται. Το νοικοκυριό βλέπει σωρευτικές ανατιμήσεις, ακριβό σούπερ μάρκετ, υψηλό ενοίκιο και λογαριασμούς που δεν υποχωρούν με τον ίδιο ρυθμό. Η πολιτική σύγκρουση του φθινοπώρου θα γίνει ακριβώς πάνω σε αυτήν τη διαφορά: ανάμεσα στην οικονομία των αριθμών και στην οικονομία της καθημερινότητας.
Ο πολίτης δεν ζει με το ΑΕΠ. Ζει με το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Και αν η κυβέρνηση θέλει να πείσει στη ΔΕΘ, πρέπει να δείξει όχι μόνο ότι η οικονομία αντέχει, αλλά ότι αντέχει και ο πολίτης.
Κρίσεις που φαίνονται μικρές μέχρι να γίνουν μεγάλες
Υπάρχουν και θέματα που περνούν κάτω από τα ραντάρ της μεγάλης πολιτικής επικαιρότητας, αλλά μπορούν να εξελιχθούν σε σοβαρές κρίσεις. Η επιδημιολογική επιτήρηση για την ευλογιά των αιγοπροβάτων και τον αφθώδη πυρετό είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Μοιάζει αγροτικό ζήτημα, αλλά αφορά την παραγωγή, το εισόδημα των κτηνοτρόφων, την επάρκεια προϊόντων και τελικά τις τιμές. Ακόμα και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σε σύγκριση με τις υποκλοπές έχει τη διαφορά ότι το πρώτο αφήνει οικονομικό αποτύπωμα που είναι κυρίαρχο την ώρα της κάλπης ενώ το δεύτερο θεσμικό.
Στην Ελλάδα, πολλά προβλήματα γίνονται πρωτοσέλιδα όταν είναι ήδη αργά. Και αυτό είναι ίσως το πιο σταθερό σύμπτωμα ενός κράτους που συχνά διαχειρίζεται τις συνέπειες αντί να προλαμβάνει τις αιτίες.
Η γεωπολιτική ως αόρατος… φόρος
Στο διεθνές περιβάλλον, η αστάθεια παραμένει υψηλή. Η ένταση στον Περσικό Κόλπο, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η διαρκής αναταραχή στη Μέση Ανατολή δεν είναι μακρινά γεγονότα για την Ελλάδα. Επηρεάζουν την ενέργεια, τις μεταφορές, τις τιμές και τελικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Μια κρίση στο Στενό του Ορμούζ μπορεί να εμφανιστεί λίγες ημέρες αργότερα στην ελληνική αντλία βενζίνης. Μια νέα κλιμάκωση στην Ουκρανία μπορεί να αυξήσει την πίεση στην ευρωπαϊκή οικονομία. Μια ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή μπορεί να μεταφερθεί στον πληθωρισμό.
Η γεωπολιτική λειτουργεί πλέον σαν αόρατος φόρος. Δεν ψηφίζεται στη Βουλή, αλλά πληρώνεται στο πρατήριο, στο ράφι και στον λογαριασμό.
Το φθινόπωρο θα κριθεί στην εμπιστοσύνη
Το συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση πηγαίνει στη ΔΕΘ με ισχυρό πολιτικό πλεονέκτημα, αλλά και με φθορά που δεν κρύβεται. Η αντιπολίτευση διαθέτει υλικό κριτικής, αλλά όχι ακόμη καθαρή κυβερνητική πρόταση. Η οικονομία εμφανίζει καλύτερη εικόνα, αλλά η κοινωνία εξακολουθεί να αισθάνεται πιεσμένη. Και οι διεθνείς κρίσεις απειλούν να ακυρώσουν οποιονδήποτε εσωτερικό σχεδιασμό.
Το φθινόπωρο, λοιπόν, δεν θα κριθεί μόνο από τα μέτρα που θα ανακοινωθούν. Θα κριθεί από το αν οι πολίτες πιστέψουν ότι υπάρχει ακόμη δυνατότητα βελτίωσης της ζωής τους.
Γιατί η κυβέρνηση μπορεί να υπόσχεται καλύτερο αύριο, η αντιπολίτευση να καταγγέλλει το σήμερα, αλλά ο πολίτης πληρώνει ακόμη το χθες. Και αυτό, τελικά, είναι το πιο σκληρό πολιτικό ρεπορτάζ.

