Φόρος στις πισίνες, φόρος στα κότερα και το πρόβλημα των αριθμών

Newsroom
4 Min Read

Η πολιτική έχει ένα προνόμιο που δεν διαθέτουν τα μαθηματικά. Μπορεί να υπόσχεται. Οι αριθμοί όμως έχουν ένα ελάττωμα: συνήθως δεν υπακούουν στις πολιτικές επιθυμίες.

Τις τελευταίες ημέρες στελέχη που κινούνται στον χώρο του νέου πολιτικού εγχειρήματος του Αλέξη Τσίπρα επαναφέρουν τη συζήτηση για τη φορολόγηση του «υπερπλούτου». Πισίνες, πολυτελή διαμερίσματα, μεγάλα σκάφη και ταχύπλοα παρουσιάζονται ως μια δεξαμενή εσόδων που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει κοινωνικές πολιτικές και παροχές.

Το πρόβλημα είναι ότι η δημόσια συζήτηση γίνεται κυρίως με συνθήματα και πολύ λιγότερο με στοιχεία.

Η περίπτωση των μερισμάτων που δεν βολεύει το αφήγημα

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η φορολογία των μερισμάτων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, όταν ο φόρος στα μερίσματα ήταν 10%, τα δηλωθέντα εισοδήματα από μερίσματα ανέρχονταν σε 1,73 δισεκατομμύρια ευρώ και τα φορολογικά έσοδα σε 173 εκατομμύρια ευρώ.

Μετά τη μείωση του συντελεστή στο 5%, τα δηλωθέντα μερίσματα εκτινάχθηκαν στα 7,7 δισεκατομμύρια ευρώ και τα έσοδα του Δημοσίου έφτασαν τα 386 εκατομμύρια ευρώ.

Με απλά λόγια, ο φόρος μειώθηκε στο μισό, αλλά τα έσοδα υπερδιπλασιάστηκαν.

Κάποιος μπορεί να διαφωνεί με τη συγκεκριμένη πολιτική. Μπορεί να θεωρεί ότι οι μέτοχοι πρέπει να φορολογούνται περισσότερο. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει τα στοιχεία.

Γιατί το ερώτημα είναι απλό: αν η μείωση του φόρου έφερε περισσότερα έσοδα, ποια είναι η τεκμηρίωση ότι μια νέα αύξηση θα αποδώσει ακόμη περισσότερα;

Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί καμία.

Οι πισίνες δεν αποτελούν δημοσιονομικό σχέδιο

Η δεύτερη αδυναμία του αφηγήματος αφορά την ίδια τη φορολόγηση του πλούτου.

Πόσα είναι τα διαμερίσματα με πισίνες στην Ελλάδα;

Πόσα μεγάλα σκάφη αφορά η πρόταση;

Πόσος θα είναι ο φόρος;

Πόσα έσοδα αναμένονται;

Υπάρχει κάποια μελέτη επιπτώσεων;

Υπάρχει κάποια κοστολόγηση;

Μέχρι σήμερα η απάντηση είναι όχι.

Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία της συζήτησης.

Η οικονομική πολιτική δεν γράφεται με πολιτικούς συμβολισμούς. Γράφεται με αριθμούς, υπολογισμούς και δημοσιονομικές προβλέψεις.

Αλλιώς η συζήτηση καταλήγει να θυμίζει περισσότερο πολιτικό σύνθημα παρά κυβερνητικό πρόγραμμα.

Ακόμη κι αν βρεθούν τα χρήματα, δεν μπορούν να μοιραστούν όπως παλιά

Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο δύσκολη αλήθεια.

Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι μια νέα φορολογία στον πλούτο απέφερε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρήματα αυτά μπορούν να μετατραπούν αυτόματα σε παροχές.

Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον υπό το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων.

Οι Βρυξέλλες δεν εξετάζουν μόνο τα έσοδα. Εξετάζουν και το ανώτατο όριο αύξησης των κρατικών δαπανών.

Με απλά λόγια, δεν αρκεί να εισπράξεις περισσότερα. Πρέπει να σου επιτρέπεται και να τα δαπανήσεις.

Γι’ αυτό και η συζήτηση περί «φορολογούμε τον πλούτο και μοιράζουμε χρήματα» ακούγεται σήμερα πολύ πιο εύκολη απ’ ό,τι μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.

Το μεγάλο ερώτημα για τον Τσίπρα

Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως η απάντηση στα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο όσο πλησιάζει η στιγμή της πολιτικής συγκρότησης, τόσο πιο επιτακτική γίνεται μια απλή απαίτηση: να περάσει από τα συνθήματα στους αριθμούς.

Γιατί οι πισίνες, τα κότερα και ο «υπερπλούτος» μπορεί να παράγουν εύκολα χειροκροτήματα σε ένα πάνελ ή σε μια κομματική εκδήλωση.

Δεν αρκούν όμως για να συντάξουν έναν κρατικό προϋπολογισμό.

Και συνήθως εκεί είναι που τελειώνει η πολιτική ρητορική και αρχίζει η πραγματικότητα.

Share This Article