
Σε μια συγκυρία κατά την οποία το επιτελικό κράτος βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, με αφορμή και την παρέμβαση πέντε βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας για τον τρόπο λειτουργίας του μοντέλου διακυβέρνησης, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της θεσμικής κριτικής στο πεδίο των μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Η κυβέρνηση απαντά στις αιτιάσεις περί συγκεντρωτισμού και δυσλειτουργιών προβάλλοντας συγκεκριμένα παραδείγματα εφαρμοσμένης πολιτικής. Από το gov.gr και το 112 μέχρι το panic button, τα προγράμματα «Σπίτι μου», την οδική ασφάλεια και την αξιοποίηση των 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην άποψη ότι το επιτελικό κράτος, όπως οργανώθηκε από το 2019, αποτελεί μηχανισμό κεντρικού σχεδιασμού, συντονισμού και παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή, η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ποιος ασκεί τον συντονισμό, αλλά να εξετάζει αν το κράτος καταφέρνει να λύνει προβλήματα, να μειώνει καθυστερήσεις και να παραδίδει υπηρεσίες στον πολίτη.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η αναφορά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος συνέδεσε ευθέως το επιτελικό κράτος με την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, υποστηρίζοντας ότι τα 36 δισ. ευρώ δεν θα είχαν επενδυθεί χωρίς σφιχτό συντονισμό και κεντρική παρακολούθηση.
Το gov.gr ως βασικό παράδειγμα αλλαγής
Στην πρώτη γραμμή του κυβερνητικού αφηγήματος βρίσκεται το gov.gr. Η ψηφιακή πύλη του Δημοσίου παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως η πιο ορατή αλλαγή στη σχέση πολίτη και κράτους, καθώς αντικατέστησε μεγάλο μέρος της φυσικής παρουσίας σε υπηρεσίες με ψηφιακές συναλλαγές.
Τα στοιχεία που επικαλείται το κυβερνητικό επιτελείο για τον Μάρτιο δείχνουν την έκταση χρήσης των ψηφιακών υπηρεσιών. Σε έναν μήνα πραγματοποιήθηκαν 13.977.000 ψηφιακές συναλλαγές, εκδόθηκαν 1,5 εκατομμύριο υπεύθυνες δηλώσεις χωρίς φυσική παρουσία, ενώ πάνω από 10,1 εκατομμύρια άυλες συνταγογραφήσεις και παραπεμπτικά εκτελέστηκαν ψηφιακά.
Παράλληλα, σχεδόν 300.000 ραντεβού κλείστηκαν μέσω των εφαρμογών υγείας, ενώ 240.000 αιτήματα πολιτών απαντήθηκαν από τον ψηφιακό βοηθό mAigov. Στο ίδιο πλαίσιο, 5,7 εκατομμύρια πολίτες έχουν εγγραφεί στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας και 3,2 εκατομμύρια χρησιμοποιούν ενεργά το Gov.gr Wallet.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, οι αριθμοί αυτοί λειτουργούν ως απάντηση στην κριτική. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ψηφιακή μεταρρύθμιση πέρασε από το στάδιο της εξαγγελίας στην καθημερινή πράξη, μειώνοντας τη γραφειοκρατία και διευκολύνοντας την πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες του Δημοσίου.
Η ψηφιακή διοίκηση στην Υεία
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις υπηρεσίες υγείας. Η άυλη συνταγογράφηση, τα ψηφιακά παραπεμπτικά και τα ηλεκτρονικά ραντεβού προβάλλονται ως παραδείγματα μιας διοίκησης που περιορίζει την ταλαιπωρία και μειώνει την ανάγκη προσωπικών παρεμβάσεων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η νέα ψηφιακή λειτουργία διευκολύνει την πρόσβαση σε φαρμακευτική περίθαλψη και διαγνωστικές εξετάσεις, σε ένα πεδίο όπου επί χρόνια ο πολίτης βρισκόταν αντιμέτωπος με καθυστερήσεις, ουρές και άτυπα δίκτυα εξυπηρέτησης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δυνατότητα αξιολόγησης των νοσοκομειακών υπηρεσιών από ασθενείς που παίρνουν εξιτήριο. Η παρέμβαση αυτή παρουσιάζεται ως εργαλείο λογοδοσίας και βελτίωσης της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, καθώς δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να αποτυπώσουν την εμπειρία τους από το ΕΣΥ.
Από το 112 στο panic button
Η κυβέρνηση εντάσσει στο ίδιο αφήγημα και εργαλεία προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Το 112 προβάλλεται ως παράδειγμα αξιοποίησης της τεχνολογίας σε συνθήκες κρίσης, με στόχο την άμεση ενημέρωση των πολιτών και την πρόληψη κινδύνων.
Αντίστοιχα, το panic button παρουσιάζεται ως κοινωνική εφαρμογή του ψηφιακού κράτους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η κυβέρνηση, 2.147 γυναίκες έχουν προστατευθεί από περιστατικά κακοποίησης μέσα στο σπίτι τους μέσω της εφαρμογής και της παρέμβασης της Ελληνικής Αστυνομίας.
Το μήνυμα του Μαξίμου είναι ότι η τεχνολογία δεν περιορίζεται στη διοικητική εξυπηρέτηση, αλλά συνδέεται με την ασφάλεια, την πρόληψη και την προστασία ευάλωτων πολιτών.
Τα 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης
Κεντρικό σημείο της κυβερνητικής απάντησης αποτελεί το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 36 δισ. ευρώ, παρουσιάζονται ως πεδίο όπου το επιτελικό κράτος απέδειξε την ικανότητά του να οργανώνει, να παρακολουθεί και να υλοποιεί σύνθετες δημόσιες πολιτικές.
Το Μέγαρο Μαξίμου συνδέει το Ταμείο Ανάκαμψης με έργα υποδομών, επενδύσεις, ψηφιακό μετασχηματισμό, δημόσια υγεία, εκπαίδευση, συνδεσιμότητα και κοινωνικές παρεμβάσεις. Η κυβερνητική θέση είναι ότι χωρίς κεντρικό συντονισμό οι ευρωπαϊκοί πόροι δεν θα είχαν την ίδια ταχύτητα υλοποίησης και δεν θα κατευθύνονταν με την ίδια συνοχή σε κρίσιμες ανάγκες.
Στο πολιτικό επίπεδο, η αναφορά στα 36 δισ. ευρώ λειτουργεί ως βασικό επιχείρημα υπέρ του μοντέλου διακυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός έχει ήδη συνδέσει την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πόρων με το επιτελικό κράτος και τον σφιχτό συντονισμό του κυβερνητικού έργου.
Τα προγράμματα «Σπίτι μου»
Στην κοινωνική διάσταση του κυβερνητικού αφηγήματος εντάσσονται τα προγράμματα «Σπίτι μου» Ι και ΙΙ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προβάλλει η κυβέρνηση, 23,5 χιλιάδες νοικοκυριά απέκτησαν κατοικία τα τελευταία δύο χρόνια μέσω των συγκεκριμένων προγραμμάτων.
Το Μέγαρο Μαξίμου αξιοποιεί το παράδειγμα αυτό για να δείξει ότι οι πόροι και τα εργαλεία του κράτους δεν μένουν σε επίπεδο σχεδιασμού, αλλά μετατρέπονται σε παρεμβάσεις με κοινωνικό αποτύπωμα. Η στέγη, ως ζήτημα που πιέζει ιδιαίτερα τα νέα ζευγάρια και τις οικογένειες, μπαίνει έτσι στο κέντρο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας για το επιτελικό κράτος.
Ψηφιακές υποδομές στην περιφέρεια
Σημαντική θέση στο αφήγημα καταλαμβάνουν και οι ψηφιακές υποδομές. Τα προγράμματα Gigabit Voucher και Smart Readiness, με πόρους περίπου 200 εκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς και το μεγάλο έργο Ultrafast Broadband, παρουσιάζονται ως παρεμβάσεις που στοχεύουν στην επέκταση της συνδεσιμότητας υψηλών ταχυτήτων.
Η κυβερνητική στόχευση αφορά ιδίως περιοχές στις οποίες η αγορά δεν θα επένδυε με τους ίδιους ρυθμούς. Περιαστικές, ορεινές και νησιωτικές περιοχές μπαίνουν στο επίκεντρο, ώστε η πρόσβαση σε γρήγορο διαδίκτυο να μην περιορίζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η διάσταση αυτή έχει πολιτικό βάρος, καθώς συνδέεται με την περιφερειακή ανάπτυξη, την τηλεργασία, την επιχειρηματικότητα, την εκπαίδευση και την πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες.
Η οδική ασφάλεια ως παράδειγμα συντονισμού
Η στρατηγική για τη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων προβάλλεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής που απαιτεί συνεργασία πολλών υπουργείων και υπηρεσιών. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για πεδίο όπου ο κεντρικός συντονισμός έχει μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Με βάση τα στοιχεία που επικαλείται το κυβερνητικό επιτελείο, το 2025 η Ελλάδα παρουσίασε τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια μείωση στην Ευρώπη σε ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν στην άσφαλτο, με 148 λιγότερους νεκρούς.
Η οδική ασφάλεια απαιτεί παρεμβάσεις σε υποδομές, ελέγχους, εκπαίδευση, αστυνόμευση και συμπεριφορές. Για τον λόγο αυτό, το Μαξίμου την προβάλλει ως πεδίο όπου το επιτελικό κράτος λειτουργεί στην πράξη, μέσα από συντονισμό και παρακολούθηση της εφαρμογής.
Η απάντηση στην κριτική
Η πρόσφατη παρέμβαση των πέντε βουλευτών της ΝΔ έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της θεσμικής ισορροπίας, του ρόλου των εκλεγμένων αντιπροσώπων και της σχέσης τους με το κυβερνητικό κέντρο. Στην επιστολή τους, σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, οι βουλευτές έθεσαν ζήτημα αλλαγών στο μοντέλο διακυβέρνησης και ενίσχυσης του ρόλου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Απέναντι σε αυτή την κριτική, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει ένα αντίβαρο με παραδείγματα έργων και πολιτικών. Το Μαξίμου επιμένει ότι ο κεντρικός συντονισμός δεν ακυρώνει τον ρόλο των υπουργείων ή των βουλευτών, αλλά επιδιώκει να αντιμετωπίζει προβλήματα που προκύπτουν όταν μια πολιτική απαιτεί συνεργασία περισσότερων φορέων.
Σε αυτή τη γραμμή εντάσσεται και η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στον ρόλο της Γραμματείας Συντονισμού της Κυβέρνησης και του Άκη Σκέρτσου. Όπως έχει επισημάνει ο πρωθυπουργός, ο στόχος δεν είναι να «καπελωθεί» κανείς, αλλά να λύνονται προβλήματα συντονισμού όταν μια κυβερνητική προτεραιότητα χρειάζεται κοινή δράση.

