
Το «επιτελικό κράτος» κατάφερε το ακατόρθωτο: πολίτες πληρώνουν αυτοκίνητα που δεν μπορούν να παραλάβουν, επειδή το Δημόσιο δεν προνόησε να διαθέτει δύο μεταλλικά ελάσματα.
Η Ελλάδα 2.0 ξέμεινε από πινακίδες κυκλοφορίας. Όχι από μικροτσίπ, όχι από πολύτιμα μέταλλα, όχι από κάποιο δυσεύρετο υλικό που παράγεται αποκλειστικά σε ένα εργοστάσιο στην άλλη άκρη του πλανήτη. Από πινακίδες. Δύο κομμάτια μετάλλου με γράμματα και αριθμούς.
Και κάπως έτσι, η χώρα που διαφημίζεται ως ψηφιακό θαύμα, που μιλά για τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτροκίνηση, έξυπνες πόλεις και δημόσια διοίκηση του μέλλοντος, αδυνατεί να ολοκληρώσει μια διαδικασία την οποία πραγματοποιεί αδιαλείπτως εδώ και δεκαετίες: να ταξινομήσει ένα αυτοκίνητο και να του δώσει αριθμό κυκλοφορίας.
Ο πολίτης μπορεί να αγοράσει το όχημα, να πληρώσει τον ΦΠΑ, να πάρει δάνειο, να αρχίσει να καταβάλλει τις δόσεις, να εξοφλήσει την αντιπροσωπεία και να ασφαλίσει την περιουσία του. Δεν μπορεί, όμως, να την παραλάβει. Γιατί ανάμεσα σε αυτόν και στο αυτοκίνητό του παρεμβάλλεται το ελληνικό κράτος, κρατώντας ένα χαρτί που γράφει: «Δεν έχουμε πινακίδες».
Αυτό δεν είναι μια γραφική ιστορία της θερινής ραστώνης. Δεν είναι ένα απρόβλεπτο τεχνικό πρόβλημα ούτε μια αστοχία λίγων ημερών. Είναι η συμπυκνωμένη εικόνα μιας βαθύτερης παθογένειας: ενός κράτους που δεν προγραμματίζει, δεν ακούει τις προειδοποιήσεις των υπηρεσιών του, δεν διαθέτει εναλλακτικό σχέδιο και κινητοποιείται μόνο όταν το πρόβλημα έχει γίνει πρωτοσέλιδο.
Το πρόβλημα ήταν γνωστό εδώ και μήνες. Διευθύνσεις Μεταφορών και Περιφέρειες προειδοποιούσαν ότι τα αποθέματα εξαντλούνται. Κοινοβουλευτικές ερωτήσεις είχαν κατατεθεί από τις αρχές του χρόνου. Στη Δυτική Μακεδονία πολίτες είχαν αγοράσει αυτοκίνητα αλλά δεν μπορούσαν να τα κυκλοφορήσουν. Οι ελλείψεις είχαν εμφανιστεί πρώτα στις μοτοσυκλέτες και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στα ΙΧ.
Άρα κανένας δεν μπορεί να επικαλεστεί τον κεραυνό εν αιθρία. Ο κεραυνός είχε αποστείλει προηγουμένως υπηρεσιακά σημειώματα.
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκεται ένας διεθνής διαγωνισμός του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών που δεν κατόρθωσε να φτάσει στην υπογραφή της σύμβασης. Κατά τον προσυμβατικό έλεγχο, το Ελεγκτικό Συνέδριο εντόπισε ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες και έκρινε ότι υπήρχε κώλυμα. Όσο η διοικητική μηχανή επεξεργαζόταν τα λάθη της, τα αποθέματα στις υπηρεσίες τελείωναν.
Τον Μάρτιο αναζητήθηκε λύση έκτακτης ανάγκης: διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση για 120.000 ζεύγη πινακίδων ΙΧ και 60.000 πινακίδες μοτοσυκλετών. Ήταν μια προσωρινή γέφυρα. Μόνο που το ελληνικό Δημόσιο έχει μια μοναδική ικανότητα: να βαφτίζει «λύση» κάθε παράταση του προβλήματος.
Και τώρα οι ελλείψεις επανέρχονται. Πινακίδες μεταφέρονται από τη μία Περιφέρεια στην άλλη, λες και πρόκειται για υγειονομικό υλικό σε εθνική κρίση. Ταξινομήσεις καθυστερούν. Παραδόσεις οχημάτων κινδυνεύουν να παγώσουν. Επιχειρήσεις, αντιπροσωπείες, εταιρείες leasing και επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με οικονομικές απώλειες.
Ακόμη σοβαρότερες είναι οι καταγγελίες για «μαύρη αγορά» πινακίδων. Οι καταγγελίες δεν αποτελούν ακόμη αποδεδειγμένο πόρισμα και γι’ αυτό χρειάζονται άμεση θεσμική έρευνα. Διότι, εάν επισήμως οι πινακίδες δεν υπάρχουν αλλά ανεπίσημα μπορούν να βρεθούν έναντι ανταλλάγματος, τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για ανικανότητα. Μιλάμε για ενδεχόμενο κύκλωμα που εκμεταλλεύεται την κρατική ανεπάρκεια – ή, ακόμη χειρότερα, τροφοδοτείται από αυτήν.
Ποιος κατασκευάζει τις πινακίδες; Ποιος τις παραλαμβάνει; Πού αποθηκεύονται; Πώς διανέμονται; Υπάρχει πλήρης καταγραφή κάθε ζεύγους; Πώς είναι δυνατόν να δημιουργείται παράνομη αγορά για ένα κρατικά ελεγχόμενο υλικό; Αυτά δεν είναι ερωτήματα για μια γενικόλογη ανακοίνωση του υπουργείου. Είναι ερωτήματα για διοικητική και, εφόσον υπάρχουν στοιχεία, εισαγγελική έρευνα.
Η κυβέρνηση απαντά τώρα με τη δημιουργία ανοικτού Μητρώου Κατασκευαστών και ενός ψηφιακού συστήματος παραγγελίας, πληρωμής και παραγωγής. Μπορεί να είναι σωστή κατεύθυνση. Αλλά παρουσιάζεται ως μεταρρύθμιση του μέλλοντος για να καλύψει μια αποτυχία του παρόντος.
Αυτή είναι άλλωστε η αγαπημένη επικοινωνιακή τεχνική του επιτελικού κράτους: όταν αποτυγχάνει να εκτελέσει μια στοιχειώδη αρμοδιότητα, ανακοινώνει μια «ριζική μεταρρύθμιση». Όταν δεν έχει πινακίδες, εξαγγέλλει ψηφιακή πλατφόρμα για τις πινακίδες. Λίγο ακόμη και θα αποκτήσουμε εφαρμογή που θα μας ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο ότι το κράτος εξακολουθεί να μην έχει τίποτα να μας παραδώσει.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική παθογένεια. Όχι στην πρόσκαιρη έλλειψη ενός υλικού, αλλά στην αδυναμία πρόβλεψης του αυτονόητου. Στην απουσία λογοδοσίας. Στην τάση να καλύπτεται κάθε αποτυχία με μια καινούργια εξαγγελία. Στη βεβαιότητα ότι κανείς δεν θα αναλάβει προσωπικά την ευθύνη, επειδή το λάθος θα χαθεί ανάμεσα σε επιτροπές, διαγωνισμούς, ενστάσεις, υπηρεσίες και αρμοδιότητες.
Η ψηφιοποίηση δεν θεραπεύει από μόνη της την κακοδιοίκηση. Απλώς την κάνει ταχύτερη ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, της προσφέρει πιο μοντέρνα συσκευασία. Μπορείς να ψηφιοποιήσεις την αίτηση, το παράβολο και την υπογραφή. Αν δεν έχεις εξασφαλίσει την πινακίδα, έχεις απλώς μεταφέρει ηλεκτρονικά τον πολίτη στην ίδια κλειστή πόρτα.
Η Ελλάδα 2.0 δεν ξέμεινε μόνο από μεταλλικές πινακίδες. Ξέμεινε από προγραμματισμό, διοικητική συνέχεια και στοιχειώδη αίσθηση ευθύνης.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο αντιπροσωπευτική πινακίδα της χώρας: μια μεγάλη επιγραφή που γράφει «εκσυγχρονισμός» και, ακριβώς από κάτω, ένα μικρό χειρόγραφο χαρτί που ενημερώνει:
«Δεν εξυπηρετούμε. Τελείωσαν τα υλικά».

