Η Άγκυρα αμφισβητεί την κυπριακή ΑΟΖ, παρεμβαίνει στις έρευνες για στρατηγικές υποθαλάσσιες υποδομές και επιχειρεί να επιβάλει δικαίωμα έγκρισης.
Δύο διαφορετικά υποθαλάσσια καλώδια, μία ενιαία τουρκική στρατηγική αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου. Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα περίοδο γεωπολιτικής έντασης, καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τις έρευνες για την εγκατάσταση ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών υποδομών σε πεδίο επιβολής των διεκδικήσεών της.
Η έκδοση δύο διαδοχικών τουρκικών αντι-NAVTEX, η αμφισβήτηση των αρμοδιοτήτων Αθήνας και Λευκωσίας και η επικείμενη επανέναρξη των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο σκηνικό.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν θα προχωρήσουν τα έργα, αλλά εάν η Τουρκία θα καταφέρει να αποκτήσει στην πράξη άτυπο δικαίωμα παρέμβασης στις υποθαλάσσιες υποδομές της περιοχής.
Η νέα τουρκική πρόκληση στην κυπριακή ΑΟΖ
Η τελευταία εστία έντασης αφορά το East to Med Corridor (EMC), το στρατηγικό τηλεπικοινωνιακό καλώδιο οπτικών ινών που σχεδιάζεται να συνδέσει την Ασία και τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη, μέσω της Σαουδικής Αραβίας, της Κύπρου και της Ελλάδας.
Η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε NAVTEX για τη διεξαγωγή γεωφυσικών ερευνών από το πλοίο «Kobi Ruegg», από τις 21 Οκτωβρίου έως τις 2 Νοεμβρίου 2026, εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Η αντίδραση της Άγκυρας ήταν άμεση. Με αντι-NAVTEX αμφισβήτησε την αρμοδιότητα της Λάρνακας να εκδίδει τη σχετική αναγγελία, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή εμπίπτει στην τουρκική υφαλοκρηπίδα.
Από το Καστελλόριζο στο καλώδιο: Η ώρα των πράξεων στην Ανατολική Μεσόγειο – Το πραγματικό τεστ για τα «ήρεμα νερά» και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματαnewpost.grΗ Τουρκία επικαλέστηκε μάλιστα τις συντεταγμένες που είχε καταθέσει μονομερώς στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 2020, επαναφέροντας στην πράξη το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Παράλληλα, επανέλαβε τις γνωστές θέσεις της σχετικά με τη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία, επιχειρώντας να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με το άλυτο Κυπριακό.
Το δεύτερο μέτωπο: Η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου
Στο επίκεντρο βρίσκεται και ο Great Sea Interconnector (GSI), το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, με προοπτική επέκτασης στο Ισραήλ, προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ.
Η γαλλική Nexans έχει ήδη καταθέσει αίτημα στις ελληνικές αρχές για την επανέναρξη των ερευνών βυθού με το εξειδικευμένο πλοίο «Abeille Marengo». Πρόκειται για σημαντική εξέλιξη, καθώς οι εργασίες είχαν επιβραδυνθεί εξαιτίας των γεωπολιτικών αντιδράσεων αλλά και των οικονομικών εκκρεμοτήτων του έργου.
Η Άγκυρα επιμένει ότι οι δραστηριότητες σε περιοχές που η ίδια θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα πρέπει να πραγματοποιούνται κατόπιν συνεννόησης με τις τουρκικές αρχές.
Η Αθήνα απορρίπτει την απαίτηση αυτή, ενώ η Nexans έχει διαψεύσει κατηγορηματικά ότι βρίσκεται ή σχεδιάζει να βρεθεί σε επαφή με τις τουρκικές αρχές για τις προσεχείς έρευνες.
Η ουσία της διαφοράς είναι κρίσιμη, άλλο η ενημέρωση για λόγους ναυσιπλοΐας και ασφάλειας και άλλο η αποδοχή ότι η Τουρκία διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ενός διεθνούς έργου.
Η άσκηση νότια του Καστελλορίζου και το μήνυμα της Άγκυρας
Η τουρκική στρατηγική αποτυπώθηκε και στην αντι-NAVTEX που εκδόθηκε για την πολυεθνική άσκηση «Ευνομία 2026», προγραμματισμένη για τις 19 Οκτωβρίου νότια του Καστελλορίζου.
Η συγκεκριμένη αναγγελία αφορά στρατιωτική άσκηση και όχι απευθείας εργασίες καλωδιακής διασύνδεσης. Ωστόσο, η περιοχή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις θαλάσσιες διαδρομές των σχεδιαζόμενων υποδομών.
Η Άγκυρα αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του σταθμού Ηρακλείου, υποστηρίζοντας ότι την ευθύνη έκδοσης NAVTEX διαθέτει η Αττάλεια.
Η επιλογή της χρονικής συγκυρίας δεν περνά απαρατήρητη. Με τις κινήσεις αυτές, η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί ενεργές τις αξιώσεις της πριν από την πραγματοποίηση των ερευνών.
Ο αμερικανικός παράγοντας και η γαλλική παρουσία
Στην εξίσωση προστίθενται δύο ισχυροί διεθνείς παράγοντες: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επανέλαβε πρόσφατα τη στήριξη της Ουάσιγκτον στην ηλεκτρική διασύνδεση και δήλωσε ότι οι ΗΠΑ προτίθενται να αξιοποιήσουν τα διπλωματικά τους μέσα για την αντιμετώπιση των εμποδίων.
Παράλληλα, η γαλλική συμμετοχή, τόσο μέσω της Nexans όσο και μέσω του επενδυτικού ενδιαφέροντος για το έργο, αυξάνει το διεθνές πολιτικό και οικονομικό βάρος της διασύνδεσης.
Ωστόσο, οι διπλωματικές διαβεβαιώσεις δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με συγκεκριμένες εγγυήσεις έναντι μιας πιθανής τουρκικής παρεμπόδισης. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η αμερικανική και η ευρωπαϊκή υποστήριξη θα αποδειχθούν αποτελεσματικές όταν τα ερευνητικά πλοία βρεθούν στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.
Το δίλημμα για Αθήνα και Λευκωσία
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η ολοκλήρωση των δύο έργων υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική και τεχνολογική τους διάσταση.
Το EMC εντάσσει την Ανατολική Μεσόγειο στους σημαντικούς διεθνείς διαδρόμους μεταφοράς δεδομένων. Ο GSI φιλοδοξεί να τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να δημιουργήσει μια νέα ηλεκτρική γέφυρα με την Ευρώπη.
Πέρα από τη διαφορετική λειτουργία τους, τα δύο έργα συνδέονται με ένα κοινό στρατηγικό διακύβευμα, την ελευθερία ανάπτυξης διεθνών υποθαλάσσιων υποδομών, με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.
Η αποτροπή μιας κρίσης είναι προφανώς επιθυμητή. Όμως, η συνεχής αναβολή των έργων υπό την πίεση τουρκικών αντιδράσεων ενδέχεται να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δυνατότητα άτυπου βέτο.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό και διπλωματικό στοίχημα: Η Ελλάδα και η Κύπρος καλούνται να αποδείξουν ότι τα έργα που σχεδιάζουν μπορούν πράγματι να υλοποιηθούν. Διότι στην Ανατολική Μεσόγειο η ισχύς των διπλωματικών συμφωνιών κρίνεται τελικά και από όσα συμβαίνουν στη θάλασσα.
Η 19η Οκτωβρίου, με την πολυεθνική άσκηση, και κυρίως η 21η Οκτωβρίου, με την προγραμματισμένη έναρξη των ερευνών για το EMC, αποτελούν τα αμέσως επόμενα ορόσημα. Θα δείξουν εάν η Τουρκία θα αρκεστεί στις διπλωματικές και ναυτιλιακές αναγγελίες ή εάν θα επιχειρήσει να μεταφέρει την αμφισβήτηση στο πεδίο.


