
Τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων από τη λογική των μεμονωμένων οπλικών συστημάτων σε ένα ενιαίο, πολυεπίπεδο και δικτυοκεντρικό σύστημα αποτροπής περιγράφει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, με δήλωσή του στο «ΒΗΜΑ της Κυριακής».
Ο υπουργός χαρακτηρίζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» σημαντικό κρίκο της μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων και «επιβεβλημένη απάντηση» στις γεωπολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις της εποχής. Το πρόγραμμα εντάσσεται στην «Ατζέντα 2030» και φιλοδοξεί να αλλάξει όχι μόνο τα μέσα που διαθέτει η χώρα, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αυτά συνεργάζονται και αξιοποιούνται επιχειρησιακά.
Η δήλωση του Νίκου Δένδια
«Η “Ασπίδα του Αχιλλέα” είναι ένας σημαντικός κρίκος της μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων και μια επιβεβλημένη απάντηση στις γεωπολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις της εποχής μας. Εντάσσεται στη μεταρρύθμιση “Ατζέντα 2030”, με την οποία η πατρίδα μας περνά σε μια νέα πραγματικότητα. Σε μια νέα αντίληψη για την άμυνα και την αποτροπή.
Η ονομασία “Ασπίδα του Αχιλλέα” δεν έχει επιλεγεί τυχαία. Η ασπίδα του ομηρικού ήρωα είχε πέντε επάλληλα στρώματα. Με την ίδια λογική, η σύγχρονη ελληνική “Ασπίδα” συγκροτεί μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική προστασίας της ελληνικής επικράτειας και περιλαμβάνει πέντε επίπεδα: στη θάλασσα, στη στεριά, στον αέρα, στον κυβερνοχώρο και στο Διάστημα.
Η “Ασπίδα του Αχιλλέα” σηματοδοτεί τη μετάβαση από ένα άθροισμα οπλικών συστημάτων σε ένα ολιστικό σύστημα αποτροπής. Τα πλοία, τα αεροσκάφη, τα χερσαία μέσα, τα αυτόνομα συστήματα, οι νέοι δορυφόροι και, γενικότερα, κάθε πλατφόρμα που διαθέτει αισθητήρες εντάσσονται σε μια ενιαία δικτυοκεντρική αρχιτεκτονική.
Στη βάση αυτής της αρχιτεκτονικής βρίσκεται ένα ενοποιημένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου – Command & Control –, το οποίο προτεραιοποιεί την απειλή, την αξιολογεί και προτείνει τον βέλτιστο τρόπο αντιμετώπισης, μετατρέποντας την πληροφορία σε επιχειρησιακή δυνατότητα.
Με την ανάπτυξη της “Ασπίδας του Αχιλλέα”, τα νέα πλοία του Στόλου και τα αεροσκάφη 4,5 και 5ης γενιάς δεν θα περιορίζονται στη στενή άμυνα του Αιγαίου. Θα μπορούν να αναλάβουν έναν ευρύτερο αποτρεπτικό ρόλο.
Στην ίδια αρχιτεκτονική εντάσσεται και η δορυφορική διάσταση. Η εγκατάσταση στην Ελλάδα ενός από τους δύο κόμβους του ευρωπαϊκού προγράμματος ασφαλών κυβερνητικών δορυφορικών επικοινωνιών GOVSATCOM αναδεικνύει τον γεωπολιτικό και στρατηγικό ρόλο της χώρας μας ως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα έχει αποκτήσει στόλο μικροδορυφόρων και προετοιμάζεται για τον πρώτο μεγάλο γεωστατικό δορυφόρο της.
Παράλληλα, η “Ασπίδα του Αχιλλέα” συνδέεται με μία ακόμη βασική επιλογή της “Ατζέντας 2030”: τη δημιουργία ενός σύγχρονου οικοσυστήματος αμυντικής καινοτομίας και την ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Προϋπόθεση είναι η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% σε όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδουμε στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγής στο ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα, καθώς και στην πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων αυτών.
Ο στόχος είναι σαφής: η Ελλάδα να μην παραμένει παθητικός αγοραστής και χρήστης αμυντικών συστημάτων. Να συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό, στην παραγωγή και στην εξέλιξή τους, ενισχύοντας την εγχώρια τεχνογνωσία.
Η “Ασπίδα του Αχιλλέα” είναι μια νέα προσέγγιση χρήσης των οπλικών συστημάτων, με ολιστική διάσταση. Αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα της “Ατζέντας 2030” και μια διαφορετική αντίληψη για την άμυνα της χώρας».
Από τις μεμονωμένες προμήθειες στο «ένα σύστημα»
Η ουσία του σχεδιασμού βρίσκεται στη διασύνδεση. Ένα πολεμικό πλοίο, ένα μαχητικό αεροσκάφος, ένα ραντάρ, ένας δορυφόρος ή ένα μη επανδρωμένο σύστημα δεν θα λειτουργούν πλέον ως απομονωμένες μονάδες. Οι αισθητήρες τους θα τροφοδοτούν ένα κοινό επιχειρησιακό δίκτυο, ώστε η απειλή να εντοπίζεται, να αξιολογείται και να αντιμετωπίζεται ταχύτερα από το καταλληλότερο διαθέσιμο μέσο.
Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή φιλοσοφίας, η αποτρεπτική ισχύς δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό ή τις δυνατότητες μιας πλατφόρμας, αλλά από την ταχύτητα με την οποία πληροφορία, διοίκηση και οπλικά συστήματα θα λειτουργούν ως ένα σύνολο.
Ιδιαίτερη πολιτική και επιχειρησιακή σημασία έχει η αναφορά του Νίκου Δένδια ότι τα νέα πλοία και τα αεροσκάφη 4,5 και 5ης γενιάς δεν θα περιορίζονται στη στενή άμυνα του Αιγαίου. Η διατύπωση παραπέμπει σε διεύρυνση του στρατηγικού ορίζοντα της χώρας και σε δυνατότητα ανάληψης αποτρεπτικού ρόλου πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Η τουρκική πίεση και ο κίνδυνος ενός «ατυχήματος»
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αναπτύσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στο τραπέζι το σύνολο των αναθεωρητικών της διεκδικήσεων. Οι αντιδράσεις για τον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα, οι αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, οι απειλές γύρω από στρατιωτικές υποδομές στα νησιά και η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει καθεστώς προηγούμενης ενημέρωσης ή συνεννόησης για δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο συντηρούν ένα εύφλεκτο περιβάλλον.
Τα «ήρεμα νερά» δεν αναιρούν ούτε το casus belli ούτε τη «Γαλάζια Πατρίδα», ούτε την προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων. Και όσο πυκνώνουν οι στρατιωτικές κινήσεις, οι πτήσεις drones και οι ναυτικές δραστηριότητες, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος ένα επιχειρησιακό «ατύχημα» να εξελιχθεί σε σοβαρή κρίση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζητούμενο για την Αθήνα είναι να διαθέτει δυνατότητα έγκαιρης προειδοποίησης, συνολική εικόνα του πεδίου και διαβαθμισμένες επιλογές αντίδρασης. Η αξία της «Ασπίδας», συνεπώς, δεν εξαντλείται στην κατάρριψη ενός εισερχόμενου στόχου. Βρίσκεται κυρίως στην ικανότητά της να εντοπίζει νωρίς την απειλή και να μειώνει τον χρόνο ανάμεσα στην πληροφορία και στην απόφαση.
Η γεωπολιτική αξία για την Ελλάδα
Η ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της χρονικής συγκυρίας. Η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται τρεις ζώνες αστάθειας: το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και η Μαύρη Θάλασσα. Οι εξελίξεις σε αυτές τις περιοχές δεν αποτελούν πλέον ξεχωριστές κρίσεις. Επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια, την ενέργεια, τις θαλάσσιες μεταφορές, τις μεταναστευτικές πιέσεις και τον συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό της Ευρώπης.
Η Τουρκία εξακολουθεί να διατυπώνει αναθεωρητικές αξιώσεις και να συντηρεί ένα πεδίο απειλών και προκλήσεων. Οι αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, η συζήτηση για τις θαλάσσιες ζώνες, οι αντιδράσεις απέναντι σε ενεργειακά και αμυντικά σχέδια της Αθήνας και η συστηματική αξιοποίηση drones και νέων οπλικών τεχνολογιών υπενθυμίζουν ότι η αποτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε δηλώσεις ή παραδοσιακές στρατιωτικές δομές.
Η Αθήνα καλείται να διαθέτει τη δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού και ταυτόχρονης αντιμετώπισης πολλαπλών απειλών, από αεροσκάφη, πυραύλους και μη επανδρωμένα συστήματα μέχρι κυβερνοεπιθέσεις και απόπειρες παρεμβολής ή παραπληροφόρησης. Υπό αυτή την έννοια, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι απλώς ακόμη ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα. Αποτελεί απάντηση στην αλλαγή του ίδιου του χαρακτήρα των απειλών.
Η Μέση Ανατολή αλλάζει τις ισορροπίες
Την ίδια στιγμή, η ένταση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα περιβάλλον μόνιμης αβεβαιότητας. Οι συγκρούσεις και οι ανακατατάξεις επηρεάζουν ήδη την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, τις ενεργειακές διαδρομές και τις σχέσεις ανάμεσα σε Ισραήλ, Τουρκία, αραβικά κράτη και δυτικές δυνάμεις.
Οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, τα φθηνά επιθετικά drones, οι υβριδικές επιχειρήσεις και οι κυβερνοεπιθέσεις απέδειξαν ότι ακόμη και κράτη που βρίσκονται μακριά από το άμεσο μέτωπο μπορούν να επηρεαστούν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ και τις στρατηγικές σχέσεις που έχει αναπτύξει στην περιοχή, αυξάνει τη σημασία της αλλά και τις ευθύνες της.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιδιώκει να αναβαθμιστεί από χώρα της νοτιοανατολικής περιφέρειας της Ευρώπης σε βασικό κόμβο ασφάλειας, επιτήρησης και ασφαλών επικοινωνιών. Η εγκατάσταση ενός από τους δύο κόμβους του GOVSATCOM είναι επομένως κάτι περισσότερο από μια τεχνική επιλογή. Αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στον στρατηγικό ρόλο της χώρας και ενισχύει τη θέση της στον ευρωπαϊκό αμυντικό σχεδιασμό.
Αποτροπή αλλά και ευρωπαϊκός ρόλος
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να προσδώσει στην Ελλάδα δυνατότητες χρήσιμες όχι μόνο για την εθνική άμυνα, αλλά και για την επιτήρηση κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών, την προστασία ενεργειακών υποδομών και τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή συμμαχικές επιχειρήσεις.
Με τον τρόπο αυτό, η χώρα αυξάνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση. Δεν παρουσιάζεται απλώς ως καταναλωτής ασφάλειας που ζητά προστασία από τους συμμάχους, αλλά ως κράτος που μπορεί να προσφέρει πληροφορία, υποδομές, επικοινωνίες και πραγματική αποτρεπτική ισχύ.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι τα οπλικά συστήματα υποκαθιστούν τη διπλωματία. Σημαίνει ότι η διπλωματία αποκτά μεγαλύτερο βάρος όταν στηρίζεται σε αξιόπιστες αμυντικές δυνατότητες.
Το στοίχημα της ελληνικής συμμετοχής
Το δεύτερο κρίσιμο σκέλος αφορά την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Η απαίτηση συμμετοχής τουλάχιστον 25% αποκτά πραγματική αξία μόνο εφόσον δεν περιοριστεί σε εργασίες χαμηλής τεχνολογικής σημασίας, αλλά συνοδευθεί από παραγωγή στην Ελλάδα, μεταφορά τεχνογνωσίας και ουσιαστική πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα.
Ακριβώς εκεί θα κριθεί εάν η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα αποτελέσει μόνο ένα μεγάλο εξοπλιστικό σχέδιο ή τη βάση για πραγματική εθνική αμυντική αυτονομία. Διότι στη σύγχρονη άμυνα δεν αρκεί να αγοράζεις ένα προηγμένο σύστημα. Πρέπει να μπορείς να το συντηρείς, να το προσαρμόζεις, να το αναβαθμίζεις και, κυρίως, να ελέγχεις τη λειτουργία του χωρίς διαρκή εξάρτηση από τον κατασκευαστή.
Αυτό είναι τελικά το μεγάλο στοίχημα της «Ασπίδας», να μην αποκτήσει απλώς η Ελλάδα περισσότερα όπλα, αλλά να δημιουργήσει ένα ενιαίο σύστημα που θα βλέπει νωρίτερα, θα αποφασίζει ταχύτερα και θα αποτρέπει αποτελεσματικότερα. Και, ταυτόχρονα, να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση από πηγή κινδύνων σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

