Άννα Διαμαντοπούλου: Μια ηγεσία που το ΠΑΣΟΚ δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί

Newsroom
6 Min Read

Άννα Διαμαντοπούλου: Μια ηγεσία που το ΠΑΣΟΚ δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί

Στην πολιτική υπάρχουν στελέχη που φωνάζουν για να ακουστούν και στελέχη που δεν χρειάζεται να φωνάξουν για να γίνουν αντιληπτά. Η Άννα Διαμαντοπούλου ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στη δεύτερη κατηγορία.

Και ίσως γι’ αυτό, σε μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ αναζητεί όχι απλώς καλύτερα ποσοστά αλλά καθαρή προοπτική εξουσίας, το όνομά της δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη παρουσία στην εσωκομματική σκακιέρα.

Η Διαμαντοπούλου διαθέτει κάτι που σήμερα σπανίζει στο ελληνικό πολιτικό σύστημα: συνδυασμό κυβερνητικής εμπειρίας, ευρωπαϊκής αντίληψης και συγκροτημένης πολιτικής σκέψης.

Υπήρξε βουλευτής, υφυπουργός Ανάπτυξης, υπουργός Παιδείας, υπουργός Ανάπτυξης και, κυρίως, Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αργότερα ήταν η υποψήφια της Ελλάδας για τη θέση της Γενικής Γραμματέως του ΟΟΣΑ και ανέλαβε την προεδρία της ευρωπαϊκής Ομάδας Υψηλού Επιπέδου για το μέλλον της κοινωνικής προστασίας και του κράτους πρόνοιας.

Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα πολιτικό πρόσωπο που πρέπει τώρα να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί σε ένα υπουργικό συμβούλιο, στις Βρυξέλλες ή απέναντι σε ξένους ηγέτες και αξιωματούχους. Αυτές τις εξετάσεις τις έχει ήδη δώσει.

Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό της δεν βρίσκεται στο βιογραφικό της.

Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική.

Η Διαμαντοπούλου έχει ήπιους τόνους χωρίς να είναι πολιτικά άτολμη. Μπορεί να διαφωνήσει χωρίς να μετατρέψει τη διαφωνία σε προσωπική σύγκρουση. Μπορεί να ασκήσει κριτική χωρίς εμπάθεια. Και κυρίως έχει την ικανότητα να αναλύει τις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές χωρίς να εγκλωβίζεται στα συνθήματα μιας άλλης εποχής.

Αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα το ΠΑΣΟΚ.

Όχι άλλον έναν αρχηγό που θα αποδείξει πόσο περισσότερο αντιπολιτεύεται τη Νέα Δημοκρατία. Χρειάζεται έναν ηγέτη που θα αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα από τη Νέα Δημοκρατία.

Η διαφορά είναι τεράστια.

Το βολικό παραμύθι περί «Μητσοτακικής»

Υπήρξε βεβαίως και η γνωστή προσπάθεια πολιτικής ακύρωσής της. Επειδή σε ορισμένες περιπτώσεις εξέφρασε απόψεις που συνέπιπταν με μεταρρυθμιστικές επιλογές της κυβέρνησης, κάποιοι έσπευσαν να την παρουσιάσουν περίπου ως πολιτικά συγγενή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Είναι ένα επιχείρημα εξαιρετικά βολικό. Αλλά δεν αντέχει εύκολα στην πραγματικότητα.

Το 2020 η κυβέρνηση Μητσοτάκη στήριξε επισήμως την υποψηφιότητά της για τη θέση της Γενικής Γραμματέως του ΟΟΣΑ, αναγνωρίζοντας ακριβώς τη διεθνή εμπειρία και το πολιτικό της βάρος. Αυτό όμως δεν μετέτρεψε την Άννα Διαμαντοπούλου σε στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας.

Άλλωστε, αν πράγματι ήταν πολιτικά ενταγμένη στο περιβάλλον Μητσοτάκη, όπως ισχυρίζονται οι επικριτές της, υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:

Γιατί δεν έγινε υπουργός του;

Είχε το βιογραφικό. Είχε την εμπειρία. Είχε την ευρωπαϊκή αναγνώριση. Είχε όλα τα προσόντα για να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση που, ειδικά στα πρώτα της χρόνια, επιδίωξε να αξιοποιήσει και πρόσωπα πέραν των παραδοσιακών κομματικών τειχών.

Μητσοτάκης – Η στρατηγική της ΔΕΘ: Από τη φθορά στο δίλημμα της κάλπης – Αυτοδυναμία ή αστάθεια και προσπάθεια επανασυσπείρωσης της κεντροδεξιάς μέχρι την άνοιξη του 2027

Δεν το έκανε.

Και σήμερα η ίδια είναι απολύτως κατηγορηματική. Στις 24 Αυγούστου ξεκαθάρισε δημόσια ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία και απέρριψε ρητά πολιτική συνεργασία τόσο με τον Κυριάκο Μητσοτάκη όσο και με τον Αλέξη Τσίπρα.

Επομένως, η κατηγορία ότι κάποιος είναι «κοντά στη Νέα Δημοκρατία» επειδή δεν θεωρεί ότι κάθε κυβερνητική απόφαση είναι εξ ορισμού καταστροφική, αποκαλύπτει περισσότερο μια παλαιά αντίληψη περί πολιτικής παρά κάτι για την ίδια τη Διαμαντοπούλου.

Η σοβαρή αντιπολίτευση δεν απαιτεί να λες «όχι» πριν ακόμη ακούσεις την ερώτηση.

Το πραγματικό ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι εάν η Άννα Διαμαντοπούλου είναι αρκετά «αντι-Μητσοτάκης».

Το ερώτημα είναι πολύ πιο ουσιαστικό:

Μπορεί να εμφανιστεί απέναντι στον Μητσοτάκη ως πειστική εναλλακτική πρωθυπουργική πρόταση;

Εκεί πρέπει να γίνει η συζήτηση.

Γιατί ένα κόμμα που θέλει πραγματικά να επιστρέψει στην εξουσία δεν αναζητεί τον καλύτερο αρχηγό για τα κομματικά του ακροατήρια. Αναζητεί εκείνον που μπορεί να απευθυνθεί πολύ πέρα από αυτά.

Και η Διαμαντοπούλου διαθέτει αυτό το πολιτικό εύρος.

Μπορεί να συνομιλήσει με τον παραδοσιακό κόσμο του ΠΑΣΟΚ αλλά και με τον μεταρρυθμιστικό χώρο του Κέντρου. Με ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντροαριστεροί αλλά και με πολίτες που δεν ενδιαφέρονται πλέον για τις παλιές κομματικές ταμπέλες. Με ανθρώπους που ζητούν κοινωνική πολιτική αλλά ταυτόχρονα απαιτούν αποτελεσματικό κράτος, αξιολόγηση, μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκό προσανατολισμό και σοβαρότητα.

Αυτό μπορεί να είναι το μεγάλο πολιτικό της πλεονέκτημα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται και η πραγματική συζήτηση που πρέπει κάποτε να κάνει το ΠΑΣΟΚ με τον εαυτό του.

Θέλει απλώς να μεγαλώσει;

Ή θέλει να κυβερνήσει;

Εάν επιλέξει το δεύτερο, τότε χρειάζεται πρόσωπο με κυβερνητική αξιοπιστία, διεθνή εμπειρία, πολιτική συγκρότηση και δυνατότητα να απευθυνθεί σε ακροατήρια πολύ μεγαλύτερα από τα κομματικά του όρια.

Η Άννα Διαμαντοπούλου διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά.

Δεν σημαίνει ότι είναι αλάνθαστη. Ούτε ότι η πολιτική της διαδρομή στερείται επιλογών που μπορούν και πρέπει να κριθούν. Στην πολιτική, άλλωστε, όποιος έχει πραγματικά κυβερνήσει έχει και λάθη να υπερασπιστεί.

Σημαίνει όμως κάτι πολύ πιο απλό:

Είναι ένα πρόσωπο που μπορεί να ηγηθεί του ΠΑΣΟΚ και να το υποχρεώσει να ξανασκεφτεί τον εαυτό του όχι ως κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ως κόμμα εξουσίας.

Και στη σημερινή συγκυρία, αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.

Share This Article