Ανδρουλάκης ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα: Το σχέδιο που θέλει να γίνει κυβερνητικό πρόγραμμα

Newsroom
11 Min Read

Ανδρουλάκης ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα: Το σχέδιο που θέλει να γίνει κυβερνητικό πρόγραμμα

Μετά τη ΔΕΘ, η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος υπόσχεται περισσότερα. Για πρώτη φορά εδώ και αρκετό διάστημα βρίσκονται ταυτόχρονα πάνω στο τραπέζι τρεις αρκετά διαφορετικές προτάσεις για την οικονομία και το κράτος: η κυβερνητική γραμμή του Κυριάκου Μητσοτάκη, το νέο σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα και η πρόταση διακυβέρνησης που παρουσίασε ο Νίκος Ανδρουλάκης.

Και οι τρεις μιλούν για υψηλότερους μισθούς, στέγη, επενδύσεις, δημογραφικό και ενεργειακό κόστος. Εκεί, όμως, τελειώνουν σε μεγάλο βαθμό οι ομοιότητες.

Ο Μητσοτάκης ποντάρει στη συνέχεια της σημερινής οικονομικής πολιτικής, στη δημοσιονομική σταθερότητα και στη σταδιακή επιστροφή της ανάπτυξης στα εισοδήματα. Ο Τσίπρας προτείνει σαφώς ισχυρότερη κρατική παρέμβαση, ταχύτερη αναδιανομή και μεγαλύτερη μεταφορά πόρων προς μισθούς, κοινωνικές παροχές και δημόσιες υπηρεσίες. Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί κάτι ανάμεσα στα δύο: να υποστηρίξει ότι μπορεί να υπάρξει ισχυρότερο κοινωνικό κράτος και μεγαλύτερη αναδιανομή, χωρίς όμως επιστροφή σε μια λογική ανεξέλεγκτων παροχών. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η ισορροπία μπορεί πράγματι να κρατήσει.

Μητσοτάκης: Το πλεονέκτημα της κοστολόγησης και το μειονέκτημα της καθημερινότητας

Η κυβερνητική πρόταση έχει ένα αντικειμενικό πλεονέκτημα έναντι των δύο αντιπολιτευτικών σχεδίων: συνοδεύεται από αναλυτικό δημοσιονομικό πίνακα. Το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει το κόστος των νέων μέτρων σε περίπου 2,2 δισ. ευρώ το 2027, το οποίο αυξάνεται σταδιακά στα 3,6 δισ. έως το 2030. Μαζί με παρεμβάσεις που έχουν ήδη νομοθετηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη αποδώσει, το συνολικό ετήσιο δημοσιονομικό αποτύπωμα φτάνει περίπου τα 5 δισ. το 2027 και τα 9 δισ. το 2030.

Ο Μητσοτάκης δεσμεύεται για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028, μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ έως το 2030, ανάπτυξη πάνω από 2%, επενδύσεις άνω των 60 δισ. ετησίως και χρέος κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029.

Στους δημοσίους υπαλλήλους δεν επιστρέφει πλήρη 13ο μισθό, αλλά θεσπίζει επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ και προβλέπει νέες μισθολογικές αυξήσεις. Στους συνταξιούχους επιλέγει μόνιμη ετήσια ενίσχυση 400 ευρώ και αυξήσεις συνδεδεμένες με ΑΕΠ και πληθωρισμό. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες μειώνει την προκαταβολή φόρου και σταδιακά περιορίζει το τέλος επιτηδεύματος.

Είναι η πιο συντηρητική από τις τρεις προτάσεις ως προς την ταχύτητα αναδιανομής, αλλά ταυτόχρονα εκείνη που σήμερα εμφανίζεται δημοσιονομικά περισσότερο «κλειδωμένη».

Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι διαφορετικό, κυβερνά ήδη επτά χρόνια. Επομένως δεν μπορεί να παρουσιάζει την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, το υψηλό ενεργειακό κόστος ή την πίεση των μικρομεσαίων αποκλειστικά ως προβλήματα που θα λύσει στο μέλλον. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε στη ΔΕΘ ότι κανένα πρόγραμμα στήριξης δεν μπορεί να εξαφανίσει το πρόβλημα της ακρίβειας, επιμένοντας όμως ότι οι δικές του παρεμβάσεις είναι αυστηρά κοστολογημένες και εντός των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.

Αυτό είναι ταυτόχρονα το δυνατό και το αδύναμο σημείο του, μεγάλη δημοσιονομική προβλεψιμότητα, αλλά μικρότερη δυνατότητα να υποσχεθεί ριζική αλλαγή σε προβλήματα για τα οποία ήδη κρίνεται.

Τσίπρας: Το πιο επιθετικό κοινωνικό πακέτο και ο μεγαλύτερος δημοσιονομικός κίνδυνος

Στην άλλη πλευρά βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας. Το σχέδιό του είναι πολύ πιο επιθετικό στην αναδιανομή: κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ ήδη μέσα στο 2027, μέσος μισθός 1.800 ευρώ στο τέλος της τετραετίας, ΦΠΑ 6% σε βασικά προϊόντα, 120 δόσεις, μεγάλες αυξήσεις σε γιατρούς και νοσηλευτές, μηδενική συμμετοχή συνταξιούχων στα φάρμακα, μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30%, καθώς και μεγάλης κλίμακας στεγαστικό πρόγραμμα. (Καθημερινή)

Στην καρδιά του βρίσκεται το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης των 12 δισ. ευρώ και η λεγόμενη «Πατριωτική Εισφορά» στο οικονομικά ισχυρότερο 1%. (CNN Ελλάδας)

Ο Τσίπρας, δηλαδή, βάζει το πολιτικό δίλημμα με πιο καθαρούς ταξικούς όρους: μεγαλύτερη επιβάρυνση του μεγάλου πλούτου και μεγαλύτερη μεταφορά πόρων προς μισθωτούς, δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικό κράτος.

Πολιτικά, αυτή η πρόταση είναι εύκολα αναγνωρίσιμη. Οικονομικά, όμως, είναι και η πιο απαιτητική.

Ο κατώτατος στα 1.000 ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα από τον κυβερνητικό σχεδιασμό, η μεγάλη μείωση ΦΠΑ, οι μισθολογικές αυξήσεις στο Δημόσιο, η δωρεάν φαρμακευτική κάλυψη και το στεγαστικό πρόγραμμα δημιουργούν πολύ υψηλή μόνιμη δαπάνη ή απώλεια εσόδων.

Η κυβέρνηση έχει ήδη επιχειρήσει να χτυπήσει ακριβώς αυτό το σημείο, ανεβάζοντας πολύ ψηλά την εκτίμηση του κόστους του προγράμματος.

Και εδώ βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα του Τσίπρα, μετά την εμπειρία του 2015, δεν αρκεί να αποδείξει ότι ένα μέτρο είναι κοινωνικά επιθυμητό. Πρέπει να αποδείξει ότι ο συνολικός λογαριασμός είναι συμβατός με τους σημερινούς ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.

Ανδρουλάκης: Προσπαθεί να πάρει και από τις δύο πλευρές

Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε στη ΔΕΘ να δημιουργήσει έναν τρίτο δρόμο. Από τον Μητσοτάκη κρατά την έμφαση στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα, στη μεταποίηση, στην Αναπτυξιακή Τράπεζα και στη δημοσιονομική σοβαρότητα.

Από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία, και σε ορισμένες περιπτώσεις από προτάσεις που βρίσκονται και στο πρόγραμμα Τσίπρα παίρνει ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, μεγαλύτερη προστασία εργαζομένων και περισσότερη κρατική παρέμβαση στην αγορά.

Έτσι υπόσχεται σταδιακή επαναφορά του 13ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους και της 13ης σύνταξης, νέο ΕΚΑΣ, πλήρη επιστροφή των συλλογικών συμβάσεων, κατάργηση του 13ώρου, αλλά ακόμη και πιλοτική τετραήμερη εργασία με πλήρεις αποδοχές σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Στους επαγγελματίες προτείνει κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50%, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό.

Στη στέγη παρουσιάζει το GenRent με 40.000 κοινωνικές κατοικίες, κίνητρα για να επιστρέψουν κλειστά ακίνητα στην αγορά και πλαφόν στις αυξήσεις ενοικίων όπου αποδεδειγμένα υπάρχει ακραία στεγαστική πίεση.

Και στην αγορά προτείνει ισχυρότερη Επιτροπή Ανταγωνισμού, μηχανισμό φορολόγησης υπερκερδών και ενισχυμένους ελέγχους στις πολυεθνικές.

Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφοροποίηση από τον Τσίπρα: ο Ανδρουλάκης προσπαθεί να παρουσιάσει την παραγωγική ανασυγκρότηση πριν από την αναδιανομή, ενώ ο Τσίπρας βάζει πολύ μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στην άμεση αναδιανομή.

Η μεγάλη ομοιότητα Ανδρουλάκη–Τσίπρα

Παρά την πολιτική σύγκρουση μεταξύ τους, υπάρχει και μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να κρυφτεί: αρκετές προτάσεις συγκλίνουν.

  1. Και οι δύο μιλούν για 120 δόσεις.
  2. Και οι δύο αμφισβητούν την κυβερνητική πολιτική για τα ολιγοπώλια.
  3. Και οι δύο προτείνουν παρέμβαση στα υπερκέρδη.
  4. Και οι δύο δίνουν βάρος στις συλλογικές συμβάσεις.
  5. Και οι δύο προτείνουν μεγάλη κρατική παρέμβαση στη στέγη.
  6. Και οι δύο θέλουν αισθητά χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
  7. Και οι δύο κινούνται σε πολιτική πολύ πιο επεκτατική από αυτήν του Μητσοτάκη.

Υπάρχουν όμως ουσιώδεις διαφορές. Ο Τσίπρας προτείνει τομές πιο γρήγορες, μεγαλύτερες και πολιτικά πιο θεαματικές. Ο Ανδρουλάκης εμφανίζεται περισσότερο σταδιακός και θεσμικός. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να ισχυριστεί ότι το δικό του σχέδιο είναι πιο ρεαλιστικό.

Δεν μπορεί όμως απλώς να το ισχυρίζεται. Πρέπει να το αποδείξει. Η αδύναμη πλευρά του σχεδίου Ανδρουλάκη, ο συνολικός λογαριασμός Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα της ομιλίας. Κάθε πρόταση χωριστά μπορεί να υποστηριχθεί. Αλλά όταν αθροιστούν 13ος μισθός, 13η σύνταξη, ΕΚΑΣ, φοροελαφρύνσεις, κοινωνική κατοικία, μηδενικός ΦΠΑ στα βρεφικά είδη, 200 ευρώ τον μήνα για δαπάνες παιδιών έως τριών ετών, δημόσια Υγεία, Παιδεία, χαμηλότερος ΦΠΑ βασικών αγαθών και ΕΦΚ καυσίμων, το δημοσιονομικό μέγεθος γίνεται πολύ μεγάλο.

Ο Ανδρουλάκης απαντά ότι οι πόροι θα προκύψουν από περισσότερη ανάπτυξη, παραγωγικότητα, περιορισμό της σπατάλης, αποτελεσματικότερους διαγωνισμούς και χτύπημα των πελατειακών δικτύων.

Όλα αυτά μπορούν πράγματι να παράγουν δημοσιονομικό όφελος. Δεν είναι όμως ίδιας ποιότητας έσοδα με έναν μόνιμο φόρο. Μια κυβέρνηση μπορεί να γράψει στον προϋπολογισμό με ακρίβεια πόσο θα κοστίσει η 13η σύνταξη. Δεν μπορεί να γνωρίζει με την ίδια βεβαιότητα πόσα ακριβώς δισεκατομμύρια θα εξοικονομήσει από την πάταξη της σπατάλης. Εκεί χρειάζεται ο Ανδρουλάκης το επόμενο βήμα: ένα πλήρες τετραετές δημοσιονομικό ισοζύγιο.

Οι τρεις διαφορετικές φιλοσοφίες

Τελικά η σύγκριση μπορεί να συμπυκνωθεί σε τρεις διαφορετικές λογικές.

Μητσοτάκης, πρώτα δημοσιονομική σταθερότητα, επενδύσεις και ανάπτυξη και στη συνέχεια σταδιακή επιστροφή του δημοσιονομικού χώρου στην κοινωνία.

Τσίπρας, μεγαλύτερη και ταχύτερη αναδιανομή, πολύ ισχυρότερο κράτος και μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρών στη χρηματοδότηση του κοινωνικού προγράμματος.

Ανδρουλάκης, παραγωγική ανασυγκρότηση και επενδύσεις μαζί με ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, εργασιακά δικαιώματα και αναδιανομή.

Η τρίτη πρόταση είναι θεωρητικά ίσως η πιο ισορροπημένη. Είναι όμως και δύσκολη στην εκτέλεση, διότι προϋποθέτει ότι μπορείς ταυτόχρονα να αυξήσεις κοινωνικές δαπάνες, να μειώσεις φόρους, να επενδύσεις περισσότερο και να συνεχίσεις να μειώνεις το χρέος.

Η ΔΕΘ τελείωσε, τώρα αρχίζει η εξέταση

Ο Μητσοτάκης έχει το πλεονέκτημα της κυβερνητικής εμπειρίας και της αναλυτικής κοστολόγησης, αλλά κουβαλά πλέον και το βάρος της φθοράς και των προβλημάτων που δεν λύθηκαν.

Ο Τσίπρας έχει το πιο επιθετικό κοινωνικό πρόγραμμα, αλλά μαζί και το μεγαλύτερο ερώτημα αξιοπιστίας και δημοσιονομικής αντοχής.

Ο Ανδρουλάκης βρίσκεται ακριβώς ανάμεσά τους. Και αυτό μπορεί να γίνει είτε το μεγάλο του πλεονέκτημα είτε η μεγάλη του παγίδα.

Αν καταφέρει να παρουσιάσει πριν από τις εκλογές έναν πραγματικό τετραετή προϋπολογισμό και να πείσει, πόσο κοστίζει κάθε μέτρο, πότε εφαρμόζεται, από πού χρηματοδοτείται και ποιο έχει προτεραιότητα εάν ο δημοσιονομικός χώρος περιοριστεί, τότε μπορεί να ισχυριστεί πειστικά ότι διαθέτει μια εναλλακτική πρόταση που είναι ταυτόχρονα κοινωνική και εφαρμόσιμη.

Αν όμως ο λογαριασμός μείνει θολός, ο Μητσοτάκης θα τον χτυπά ως ακοστολόγητο και ο Τσίπρας θα μπορεί να υποστηρίζει ότι προσφέρει περισσότερα και γρηγορότερα. Για τον Ανδρουλάκη, λοιπόν, η πραγματική εξέταση δεν ήταν η ομιλία της ΔΕΘ. Αρχίζει την επόμενη ημέρα, όταν οι εξαγγελίες πρέπει να γίνουν αριθμοί.

Share This Article