
Στην πολιτική υπάρχουν δύο κατηγορίες στελεχών. Εκείνοι που περιμένουν να διαμορφωθεί το κλίμα πριν μιλήσουν και εκείνοι που επιλέγουν να μπουν πρώτοι στη μάχη, γνωρίζοντας ότι πιθανότατα θα δεχθούν το μεγαλύτερο πολιτικό κόστος. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει διαχρονικά ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Η τελευταία συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας αποτέλεσε ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση. Τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Μάκης Βορίδης, αλλά και αρκετοί βουλευτές, άσκησαν έντονη κριτική στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με αφορμή το γεγονός ότι υποθέσεις της δεύτερης δικογραφίας οδηγήθηκαν τελικά στο αρχείο.
Για όσους όμως παρακολουθούν στενά το κυβερνητικό παρασκήνιο, η συγκεκριμένη στάση δεν ήταν καινούργια. Πρώτος είχε επιλέξει να συγκρουστεί δημόσια με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ο Άδωνις Γεωργιάδης, σε μια περίοδο που ελάχιστοι κυβερνητικοί παράγοντες ήταν διατεθειμένοι να υψώσουν τους τόνους. Τότε αρκετοί, ακόμη και εντός της Νέας Δημοκρατίας, θεωρούσαν ότι η επιλογή του ήταν υπερβολική και πολιτικά επικίνδυνη. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, αρκετοί στο κυβερνητικό στρατόπεδο υποστηρίζουν πλέον ότι η κριτική του αποκτά διαφορετικό πολιτικό βάρος.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι αντίστοιχο.
Το ίδιο μοτίβο είχε εμφανιστεί και στην υπόθεση των Τεμπών. Ο Άδωνις Γεωργιάδης ήταν από τους πρώτους υπουργούς που υποστήριξαν δημόσια ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιχειρεί να μετατρέψει την τραγωδία σε πολιτικό εργαλείο και ότι η διαρκής μονοθεματική πολιτική αντιπαράθεση λειτουργεί τελικά υπέρ της. Οι δηλώσεις του είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς έγιναν σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνική φόρτιση ήταν στο αποκορύφωμά της.
Στους μήνες που ακολούθησαν, όμως, η Πλεύση Ελευθερίας κατέγραψε εντυπωσιακή δημοσκοπική άνοδο, γεγονός που οδήγησε τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης να περιορίσουν σταδιακά την αποκλειστική ανάδειξη της υπόθεσης των Τεμπών ως κεντρικού πολιτικού αφηγήματος, εκτιμώντας ότι ο βασικός πολιτικός ωφελημένος ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Παράλληλα, η έντονη δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού δημιούργησε ένα νέο, αυτόνομο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο συζήτησης, διαφορετικό από την κομματική αντιπαράθεση.
Για τους υποστηρικτές του υπουργού Υγείας, αυτά τα γεγονότα ενίσχυσαν την άποψη ότι είχε διαγνώσει νωρίτερα από άλλους τη δυναμική που διαμορφωνόταν. Για τους επικριτές του, αντίθετα, οι τότε παρεμβάσεις του παραμένουν αντικείμενο έντονης πολιτικής διαφωνίας.
Αυτό που δύσκολα αμφισβητείται είναι ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό του. Ο Άδωνις Γεωργιάδης σπάνια επιλέγει την πολιτική ασφάλεια. Δεν περιμένει να δημιουργηθεί πλειοψηφικό ρεύμα για να το ακολουθήσει. Συνήθως διατυπώνει πρώτος μια θέση, αναλαμβάνοντας και το κόστος της σύγκρουσης.
Το ίδιο είχε συμβεί και σε άλλες κρίσιμες πολιτικές αντιπαραθέσεις της τελευταίας δεκαετίας, όπου πολλές φορές βρέθηκε σχεδόν μόνος να υπερασπίζεται την κυβερνητική γραμμή απέναντι σε ένα εξαιρετικά εχθρικό επικοινωνιακό περιβάλλον. Η επιλογή αυτή τον έχει καταστήσει ίσως τον πιο πολωτικό υπουργό της κυβέρνησης, αλλά ταυτόχρονα και έναν από τους πλέον χρήσιμους για το Μέγαρο Μαξίμου όταν απαιτείται πολιτική αντεπίθεση.
Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν σε κάθε μεγάλη κρίση ο υπουργός Υγείας εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή, ακόμη και όταν γνωρίζει ότι θα αποτελέσει τον βασικό στόχο της αντιπολίτευσης. Πρόκειται για έναν πολιτικό που λειτουργεί περισσότερο ως «αιχμή του δόρατος» παρά ως διαχειριστής χαμηλών τόνων.
Η πολιτική φυσικά δεν αποδίδει ποτέ απόλυτες δικαιώσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση του Άδωνι Γεωργιάδη, οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι επαναλαμβάνεται ένα συγκεκριμένο μοτίβο: διατυπώνει έγκαιρα μια θέση, δέχεται έντονη κριτική όταν την εκφράζει και, όταν ο πολιτικός χρόνος προχωρήσει, οι ίδιες επισημάνσεις υιοθετούνται – έστω με διαφορετική διατύπωση – από περισσότερα κυβερνητικά στελέχη.
Σε μια εποχή όπου αρκετοί πολιτικοί επιλέγουν την ασφάλεια της σιωπής, ο Άδωνις Γεωργιάδης συνεχίζει να λειτουργεί διαφορετικά. Επιλέγει να μπαίνει πρώτος στη φωτιά του πολιτικού καύσωνα, αφήνοντας στους υπόλοιπους να αποφασίσουν αργότερα αν τελικά άξιζε το ρίσκο.

