
Υπάρχουν δύο αριθμοί που, αν μπουν δίπλα δίπλα, δημιουργούν ένα πολιτικά εκρηκτικό ερώτημα. 13 δισ. ευρώ για την πρόωρη μείωση του δημόσιου χρέους. Περίπου 1,5 δισ. ευρώ για το πακέτο της ΔΕΘ.
Η σύγκριση είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Την ώρα που μισθωτοί, συνταξιούχοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και επιχειρήσεις περιμένουν να ακούσουν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη πόσο θα ελαφρυνθεί ο δικός τους λογαριασμός, η Ελλάδα πραγματοποιεί μέσα στο 2026 κινήσεις περιορισμού του χρέους συνολικού ύψους 12,84 δισ. ευρώ.
Γιατί λοιπόν δεν δίνει περισσότερα στην κοινωνία;
Η εύκολη απάντηση είναι «επειδή προτιμά τους πιστωτές». Η οικονομικά σωστή απάντηση είναι αρκετά πιο σύνθετη.
Τα 13 δισ. δεν είναι ένας κουμπαράς που μπορούμε απλώς να μοιράσουμε
Πρώτα χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Τα 12,84 δισ. δεν αποτελούν ένα έκτακτο δημοσιονομικό πλεόνασμα 13 δισ. που η κυβέρνηση θα μπορούσε να μοιράσει αντί να αποπληρώσει χρέος.
Στο συνολικό ποσό περιλαμβάνονται η πρόωρη αποπληρωμή 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του πρώτου μνημονίου, 2,5 δισ. προς τον EFSF, μείωση κατά 1,2 δισ. του υπολοίπου των εντόκων γραμματίων και πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ που κανονικά λήγει τον Δεκέμβριο του 2027.
Πρόκειται δηλαδή κυρίως για διαχείριση του ισολογισμού του κράτους και των ταμειακών του διαθεσίμων, όχι για 13 δισ. πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου. Και εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη παγίδα της πολιτικής συζήτησης. Το δίλημμα «13 δισ. στους δανειστές ή 13 δισ. στους πολίτες» ακούγεται εντυπωσιακό, αλλά οικονομικά δεν στέκει έτσι.
Τότε γιατί βιαζόμαστε να πληρώσουμε;
Διότι το Δημόσιο αγοράζει κάτι πολύ συγκεκριμένο: μικρότερο χρέος, λιγότερους τόκους και μεγαλύτερη αξιοπιστία στις αγορές.
Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι από τις κινήσεις αυτές προκύπτει ετήσια εξοικονόμηση περίπου 370 εκατ. ευρώ από την εξυπηρέτηση του χρέους και συνολικό όφελος τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ σε επτά χρόνια.
Άρα το κράτος ουσιαστικά θυσιάζει διαθέσιμη ρευστότητα σήμερα για να αγοράσει δημοσιονομικό χώρο για αύριο.
Υπάρχει και δεύτερος στόχος.
Η κυβέρνηση θέλει το δημόσιο χρέος να συνεχίσει την ταχεία αποκλιμάκωσή του. Το υπουργείο Οικονομικών έχει θέσει ως προοπτική να κινηθεί κοντά στο 130% του ΑΕΠ το 2027, ενώ στον σχεδιασμό του προϋπολογισμού προβλεπόταν ήδη πτώση στο 137,6% για το 2026.
Και αυτό έχει αξία σε μια χώρα που μόλις πριν από μερικά χρόνια θεωρούνταν ο προβληματικός οφειλέτης της Ευρώπης.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του λογαριασμού
Η οικονομία δεν είναι μόνο τα spreads, οι αξιολογήσεις και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ. Είναι και το διαθέσιμο εισόδημα. Και εδώ αρχίζει η πολιτική συζήτηση.
Το πακέτο της φετινής ΔΕΘ, σύμφωνα με τον μέχρι τώρα σχεδιασμό, κινείται περίπου στα 1,5 δισ. ευρώ, με ελαφρύνσεις που στοχεύουν κυρίως στη μεσαία τάξη, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.
Και είναι λογικό να δημιουργείται η απορία: Είναι πράγματι η βέλτιστη οικονομική πολιτική να επιταχύνεις τόσο πολύ τη μείωση του χρέους όταν η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ακρίβεια, υψηλό στεγαστικό κόστος, ενεργειακό κόστος και μεγάλη φορολογική επιβάρυνση; Εδώ η απάντηση δεν είναι πλέον λογιστική. Είναι πολιτική.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι 13 ή 1,5 δισ.
Υπάρχει, όμως, ένα πολύ πιο σοβαρό ερώτημα από το «γιατί δεν μοιράζουν τα 13 δισ.;». Χρειάζεται η Ελλάδα να απομειώνει το χρέος τόσο επιθετικά ή θα μπορούσε ένα μέρος της διαθέσιμης ισχύος της να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά; Όχι απαραίτητα για επιδόματα.
Για παράδειγμα, για μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις, επενδύσεις σε υποδομές, παραγωγικότητα, στέγη, ενεργειακές διασυνδέσεις ή μέτρα που μειώνουν το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία. Εάν δώσεις 1 δισ. μία φορά ως επίδομα, το καταναλώνεις. Εάν μειώσεις χρέος κατά 1 δισ., μειώνεις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και ενδεχομένως τόκους.
Εάν όμως επενδύσεις το ίδιο 1 δισ. σε κάτι που αυξάνει μόνιμα το ΑΕΠ, μπορεί θεωρητικά να βελτιώσεις και το βιοτικό επίπεδο και τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Αυτή είναι η συζήτηση που συνήθως απουσιάζει.
Και τα δημόσια οικονομικά πηγαίνουν καλύτερα από τον στόχο
Υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που δίνει επιχειρήματα σε όσους ζητούν μεγαλύτερες ελαφρύνσεις. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού διαμορφώθηκε στα 5,725 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το υπουργείο διευκρινίζει ότι μεγάλο μέρος της φαινομενικής υπέρβασης σχετίζεται με χρονικές μετατοπίσεις πληρωμών και άλλες προσαρμογές σε συγκρίσιμη βάση η υπέρβαση έναντι στόχου περιορίζεται στα 256 εκατ. ευρώ.
Άρα ούτε εδώ υπάρχει ένας τεράστιος «κρυμμένος κουμπαράς» που μπορεί αύριο το πρωί να μοιραστεί. Υπάρχει όμως μια οικονομία που εμφανίζει σαφώς μεγαλύτερη δημοσιονομική αντοχή από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας.
Και αυτό κάνει απολύτως θεμιτή τη συζήτηση για το πού πρέπει να κατευθύνεται το επόμενο ευρώ δημοσιονομικού χώρου.
Το Μαξίμου επενδύει στην ασφάλεια
Η κυβερνητική λογική είναι εύκολα αναγνώσιμη. Μικρότερο χρέος σημαίνει λιγότερους τόκους, καλύτερη εικόνα στις αγορές, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε μια νέα διεθνή κρίση και περισσότερη ελευθερία κινήσεων στο μέλλον. Είναι ουσιαστικά ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Μόνο που τα ασφαλιστήρια έχουν ένα πολιτικό μειονέκτημα, ο πολίτης πληρώνει σήμερα και καταλαβαίνει την αξία τους μόνο όταν συμβεί κάτι κακό.
Τα 370 εκατ. ευρώ ετήσιας εξοικονόμησης από το χρέος δεν φαίνονται στο πορτοφόλι ενός εργαζομένου. Μια μείωση φόρου 500 ευρώ φαίνεται. Και εκεί βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης.
Ούτε “μοιράστε τα όλα”, ούτε “πληρώστε τα όλα”
Η κυβέρνηση έχει ισχυρό οικονομικό επιχείρημα όταν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να επιστρέψει στη λογική «έχουμε χρήματα, τα μοιράζουμε». Η χώρα πλήρωσε πανάκριβα αυτή την αντίληψη. Αλλά και η αντίθετη λογική μπορεί να γίνει παγίδα: να μετατραπεί η δημοσιονομική πειθαρχία από μέσο οικονομικής πολιτικής σε αυτοσκοπό. Γιατί η μείωση του χρέους δεν είναι το τελικό ζητούμενο.
Το τελικό ζητούμενο είναι μια οικονομία που παράγει περισσότερο, πληρώνει καλύτερους μισθούς, φορολογεί λογικότερα και χρειάζεται μικρότερο χρέος για να λειτουργήσει. Γι’ αυτό και η πραγματική ερώτηση της φετινής ΔΕΘ δεν είναι, «Γιατί δίνετε 13 δισ. στους πιστωτές και μόνο 1,5 δισ. στους πολίτες;»
Είναι δυσκολότερη, «Από τη στιγμή που η Ελλάδα απέκτησε ξανά δημοσιονομική αξιοπιστία, ποια είναι η σωστή ισορροπία ανάμεσα στο να εξοφλούμε το παρελθόν και στο να χρηματοδοτούμε το μέλλον;»
Και σε αυτή την ερώτηση ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση μπορούν να απαντήσουν μόνο με συνθήματα.

