
Το έχω ξαναγράψει το ατυχές ρομάντζο μου με τη Σαντορίνη, αλλά γιατί όχι άλλη μια;
Πάντα υπάρχει χρόνος για μια επανάληψη, είτε για ταξιδιωτικές αναμνήσεις μιλάμε, είτε για στιγμές ποδοσφαιρικού μεγαλείου, είτε για διαλόγους που αλίευσε το Predator.
Δε βγαίνει αλλιώς η ζωή…
Πάμε, λοιπόν, στο 1983 και στην πρώτη μου επίσκεψη στο νησί.
Ήθελα να πάω απ’ το ’82, όταν και ξεμπέρδεψα με το Λύκειο, αλλά είχαμε γνωρίσει κάτι Γαλλιδούλες με το Γιάννη το προηγούμενο έτος στο Λένινγκραντ (don’t ask…) και μ’ έφαγε να πάμε Αβινιόν να τις συναντήσουμε.
Όπερ και εγένετο, με ταξίδι Λάρισα-Λυών μέσω λεωφορείου παρακαλώ, λεπτομέρειες δεν καταθέτω με τίποτα και ευτυχώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ούτε κινητά ούτε πρόστυχα λογισμικά παρακολούθησης, θα μας είχαν αφαλοκόψει από την τρίτη μέρα κιόλας οι μανάδες μας.
Ύστερα ήρθαν το καταραμένο Μουντιάλ και ο ακόμη πιο καταραμένος Βαλντίρ Πέρες, που κουράγιο να βολτάρεις στο Αιγαίο με τέτοια θλίψη.
Οπότε, καλοκαίρι του 1983…
Πήγαμε μια μεγαλούτσικη αγοροπαρέα με το “Άγιος Γεώργιος Εξπρές”, το οποίο δικαίωσε εκατό τοις εκατό το όνομά του, μιας και φτάσαμε στον Αθηνιό μετά από 27 ολόκληρες ώρες.
Νομίζω ότι τρίπλαρε τη Σαντορίνη, πήγε ράιτ θρου Αμοργό και στο γυρισμό μας ξεφόρτωσε, μπορεί να κάνω και λάθος με τέτοιο purple haze που μας είχε βαρέσει στο κατάστρωμα.
Αλλά η αναμονή άξιζε τον κόπο.
Αυτό το τοπίο της μεταπυρηνικής καταστροφής ήταν όλα τα λεφτά κι όλα τα τραγούδια.
Κι αν μου πήρε κάτι μέρες να συνέλθω και να προσαρμοστώ στα τοπικά vibes, να απορροφήσω τα τοπικά vibes τα αλλούτερα, τα τοπικά vibes τα εξώκοσμα, χαλάλι ρε φίλε, δεν το μετάνιωσα ποτέ.
Ιδίως από τη στιγμή που εγκατέλειψα ακόμη και τα παντοφλίνια και άρχισα να περπατάω γυμνοπόδαρος.
Με κάποιο τρόπο, πέρναγε στη φλέβα το ηφαίστειο…
Φαστ φόργουορντ καμιά εικοσπενταριά χρόνια στο μέλλον.
Ήταν τότε που μετά από μεγάλη αποχή, αποφάσισα να ξαναδώσω μια ευκαιρία στις Κυκλάδες.
Ξαναπήγα Ίο, την απόλαυσα.
Ξαναπήγα Σαντορίνη, ξέρναγα πρωί βράδυ.
Αυτό το κοσμικό μπισκότο, αυτή η μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων, αυτή η παραγγελιά του Θεού είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα μπετοναρισμένο σκατό δίχως αρχή, μέση και τέλος.
Πουθενά δεν μπορούσε το μάτι σου να ξεκουραστεί, πουθενά δεν γινόταν να πάρεις ανάσα, πουθενά δεν κατάφερνες να ξεφύγεις από το τούβλο και ν’ αγγίξεις τη λάβα.
Θάνατος σε χίλια κομμάτια, που λένε και οι Κινέζοι…
Δεν επέστρεψα και δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψω ούτε με ΕΣΠΑ τσίλικο.
Χειρότερα, άλλωστε, γίνανε τα πράγματα αυτά τα σχεδόν είκοσι έτη που μεσολάβησαν από την τελευταία επίσκεψη, όλοι το ξέρουν αυτό.
Κι επειδή ακριβώς γίνανε χειρότερα, επειδή ακριβώς η κερδοσκοπία επικράτησε σε όλα τα μέτωπα, βγάλανε καντήλες οι τουρίστες και πήραν τα έσοδα την κάτω βόλτα.
Βλέπε την περασμένη χρονιά, όπου είχαμε ρεκόρ εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας:
Αυξήθηκε κατά 4,4% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τους 35.261.000 ταξιδιώτες.
Άνοδος για τη Ρόδο, άνοδος για την Κω, άνοδος για τα Χανιά, άνοδος για την Κέρκυρα, χαρές και πανηγύρια παντού.
Εκτός απ’ τη Σαντορίνη.
Εκτός απ’ τη Σαντορίνη που κατέγραψε πτώση κατά 13,6 % στις αφίξεις, ήτοι μείον 634.000 κεφάλια…
Συμπέρασμα τεχνοκρατικό:
Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι ορισμένοι υπερκορεσμένοι προορισμοί ίσως φτάνουν στα όρια κορεσμού τους ή αναπροσαρμόζουν στρατηγική τιμών και χωρητικότητας.
Συμπέρασμα δημοσιογραφικό:
Όταν πουλάς μόνο ομορφιά και μάλιστα ομορφιά διαφορετικού τύπου από τις υπόλοιπες Κυκλάδες, αν έχεις λίγο μυαλό φροντίζεις να διαφυλάξεις αυτό που σε ξεχωρίζει στη συνείδηση του μοντέρνου ταξιδιώτη.
Αν δεν έχεις και η μοναδική σου επιδίωξη είναι να κάνεις γιούργια στο νταβλά με τα κουλούρια, τότε κάποια στιγμή αντί για το μπακίρι θα δεις το γκιώνη!
Υ.Γ.: Τουρισμός, η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας 2.0
Κι ύστερα αρχινάει το καραμπαμπούμ στη Μέση Ανατολή και πέφτουν βροχή οι ακυρώσεις.
Για να καταλάβουμε ότι η συγκεκριμένη βιομηχανία είναι πιο εύθραυστη κι απ’ τις πορσελάνες…

