
Σε φάση αυξημένης πολιτικής πίεσης εισέρχεται η κυβέρνηση, με το Μέγαρο Μαξίμου να καλείται να διαχειριστεί τις επιπτώσεις από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία αποκτά ευρύτερες διαστάσεις μετά την νέα εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στο κυβερνητικό επιτελείο ωριμάζει η εκτίμηση ότι οι εξελίξεις δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις και ότι απαιτούνται άμεσες κινήσεις, προκειμένου να περιοριστεί το πολιτικό κόστος και να αποτραπεί περαιτέρω φθορά.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η παραίτηση των υπουργών Τσιάρα,, Κεφαλογιάννη και Βαρτζόπουλου θεωρείται πλέον αναπόφευκτη, καθώς τα στοιχεία που φέρονται να εξετάζονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δημιουργούν συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Στο ίδιο πλαίσιο, εισηγήσεις καταγράφονται και για την αποχώρηση του γραμματέα της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Σκρέκα, ώστε να σταλεί σαφές μήνυμα πολιτικής ευθύνης και θεσμικής ευαισθησίας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά πλέον στο εάν θα υπάρξει ανασχηματισμός, αλλά το εύρος και τον χρόνο υλοποίησής του. Κυβερνητικές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι ο πρωθυπουργός προσανατολίζεται σε άμεσες αποφάσεις, χωρίς να δώσει περιθώριο παράτασης μιας εκκρεμότητας που τροφοδοτεί την πολιτική αβεβαιότητα. Η επιλογή της ταχύτητας εκτιμάται ότι συνδέεται με την ανάγκη ανάκτησης της πρωτοβουλίας των κινήσεων.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται ο επικείμενος ανασχηματισμός να αποκτήσει ευρύτερα χαρακτηριστικά, υπερβαίνοντας τα όρια μιας «διορθωτικής» παρέμβασης. Στελέχη με γνώση των διεργασιών αναφέρουν ότι εξετάζεται η αξιοποίησή του ως αφετηρία για μια συνολικότερη αναδιάταξη του κυβερνητικού σχήματος, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και την ανανέωση του πολιτικού στίγματος.
Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες κινήσεις του πρωθυπουργού αναμένεται να κρίνουν όχι μόνο τη διαχείριση της συγκεκριμένης κρίσης, αλλά και τη συνολική εικόνα της κυβέρνησης σε μια περίοδο όπου η αξιοπιστία και η θεσμική συνέπεια δοκιμάζονται.

