Βία και βίτσα στην Ελλάδα 2.0

By
5 Min Read

Ο πατέρας μου δεν με βάρεσε ποτέ.
Ούτε η μάνα μου.
Από τη γιαγιά μου έφαγα δυο τρεις στο κωλαράκι, αλλά εντάξει τράβαγε τον παθόν της τον τάραχο η δόλια από εμένα γιατί ήμουνα άτακτο παιδί και με τον μπαμπά με τη μαμά στη δουλειά, όλη μέρα μέσα στα πόδια της ζουζούναγα.
Ούτε στο σχολείο κονόμησα ξυλιές, παρότι έκατσα θρανίο στα σέβεντις και σε βαθιά επαρχία, βαθύτερη δε γίνεται. Ίσως έφταιγε που το δημοτικό μας μάζευε όλα τα πλουσιόπαιδα των Τρικάλων και πώς να σωφρονίσεις βιαίως τα τέκνα των ιατρών και των δικηγόρων;
Αλλού όμως, ιστορίες τρόμου…
Με ανοιχτά τα μάτια σαν πιατάκια ακούγαμε για τις ευρηματικές πρωτοβουλίες των δασκάλων προς αποκατάστασην της τάξεως σε κοντινά σχολεία. Με κορυφαία όλων την διαβόητη βίτσα, που τσατάλιαζε τα τρυφερά χεράκια αγοριών και κοριτσιών. Προσφορά, συνήθως, στο δάσκαλο και στη δασκάλα από κάποιον περήφανο γονέα που επαναλάμβανε το υπουργικό απόφθεγμα:
Για να σε δείρει, κάτι θα έκανες!
Συν τα γνωστά, “ένα χαστούκι στο σχολείο, δέκα χαστούκια στο σπίτι”, μπας και γίνεις άνθρωπος σωστός με αρχές και αξίες και να λιώνεις κατόπιν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο στο τουίτερ ως πρωτοπαλίκαρο του αντισύριζα αγώνα. Ώσπου να σε θυμηθούν κι εσένα και να σου προσφέρουν μια καρέκλα κι ένα γραφείο…
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στη βίτσα!

Αυτό το όργανο βασανισμού που θα μπορούσε κανείς να πει ότι ξεπήδησε από τα πλέον υγρά όνειρα της Ιεράς Εξετάσεως, για τέτοιο πόνο μιλάμε και τέτοια συντριβή. Μια φορά την έφαγα από σπόντα (έφταιγε ο διπλανός!) στο κατηχητικό και βέλαξα πραγματικά. Ποιος χάρακας ρε φίλε και ποια ζωστήρα, σιγά τη ζημιά, εδώ μιλάμε για σφαγείο κανονικό να αναρωτιέσαι αν θα μείνει τίποτα απ’ το χέρι σου ή θα το πετάξουνε στα σκυλιά. Και να μην περνάει με τίποτα η κατάρα, κάνα εικοσάλεπτο ήθελες για να συνέλθεις. Και παραπάνω μπορεί, σε περίπτωση που η βίτσα ήταν από κρανιά…
Ε ναι, υπήρχαν διαβαθμίσεις και στο εργαλείο της κακοποίησης (μιλάω δικαιωματικά τώρα), δεν είχαν όλες οι βίτσες την ίδια απόδοση. Άπαξ και τύχαινες σε δάσκαλο με επαφές στα βλαχοχώρια και έφερνε στην τάξη βίτσα από κρανιά, μαύρη μοίρα που σ’ έφαγε. Να μη λυγάει με τίποτα η γαμημένη, ράιτ θρου κόκκαλο έπιανε και σε λιάνιζε. Με χειρότερη όλων την εκδοχή που διέθετε σκάλισμα τσομπαναρέικο από μερακλή φυσιοδίφη και σου άφηνε στην παλάμη σημάδια τύπου τράιμπαλ τατού. Πιο μοντέρνοι κι απ’ τους χίπστερς στον θεσσαλικό κάμπο του εβδομήντα…

Τα γράφω όλα τα ανωτέρω, μπας και γελάσουμε λίγο στην Ελλάδα 2.0, όπου θα φιλοξενούνται πλέον στη μπουζού ακόμη και πιτσιρίκια δεκατεσσάρων ετών. Για να μαθαίνουν από μικρά τα παραμύθια πίσω από τα κάγκελα (αθάνατε Τσιφόρε!) και να γνωρίζονται με τον κόσμο της προχώ παρανομίας. Λιγοστεύουν που λιγοστεύουν χρόνο με το χρόνο τα φυντάνια μας, να στέλνουμε και μερικές χιλιάδες στα σωφρονιστικά θέρετρα, να δούμε ύστερα ποιος και ποια θα μείνουν για να διαιωνίσουν τη φυλή…
Και κάπου εδώ θα έπρεπε να γράψω άλλα τόσα για τον Έρικ Μπάτλερ που μας άφησε χρόνους πριν από ενάμιση μήνα και για την ιδέα του περί “επανορθωτικής δικαιοσύνης”, που πήγε κόντρα σε λογικές τύπου “μηδενικής ανοχής”. Ότι δηλαδή πρέπει να σκύψουμε πάνω στην πιτσιρικαρία και να την ακούσουμε και να την στηρίξουμε, αντί να της δώσουμε μια γερή που θα τη στείλει στη φυλακή μια ώρα αρχύτερα. Ξέρετε τι έλεγε ο Μπάτλερ, όταν έμπαινε σε μια τάξη; Έλεγε:
“Δεν έχουμε πρόβλημα με τα παιδιά, το πρόβλημα το έχουμε με τους ενηλίκους”!
Και είχε δίκιο, είχε απόλυτο δίκιο. Αλλά γιατί να κουραστείς, όταν μπορείς να ξεμπερδεύεις μ’ ένα ζευγάρι χειροπέδες;

The post Βία και βίτσα στην Ελλάδα 2.0 appeared first on Newpost.gr.

Share This Article