
Η μεγάλη πολιτική μάχη του επόμενου διαστήματος δεν διεξάγεται ακόμη ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Διεξάγεται μέσα στην ίδια την αντιπολίτευση.
Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης προετοιμάζονται θεωρητικά για να αμφισβητήσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στην πράξη, όμως, έχουν προηγουμένως να λύσουν έναν άλλο λογαριασμό, ποιος από τους δύο θα έχει το δικαίωμα να παρουσιαστεί ως ο βασικός αντίπαλός του.
Και όσο αυτή η μάχη καταναλώνει πολιτικό χρόνο, στελέχη, προγράμματα και επικοινωνιακά πυρομαχικά, υπάρχει ένας τρίτος παίκτης που δεν έχει κανέναν λόγο να τη σταματήσει: το Μέγαρο Μαξίμου.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με την ΕΛ.Α.Σ. άλλαξε απότομα τις ισορροπίες στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ήδη από τις πρώτες μετρήσεις μετά την ίδρυση του νέου κόμματος, η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίστηκε να διεκδικεί και στη συνέχεια να εδραιώνει τη δεύτερη θέση, μετατοπίζοντας το ΠΑΣΟΚ χαμηλότερα. Σε μέτρηση της Metron Analysis τον Ιούλιο, η ΝΔ καταγραφόταν στο 25% στην πρόθεση ψήφου, η ΕΛ.Α.Σ. στο 14,1%, ενώ το ΠΑΣΟΚ ακολουθούσε. Η τελευταία δημοσκόπηση της Marc πριν από τη θερινή ανάπαυλα επίσης έδειχνε την ΕΛ.Α.Σ. δεύτερη, με τη ΝΔ να διατηρεί μεγάλη απόσταση τόσο από το κόμμα Τσίπρα όσο και από το ΠΑΣΟΚ.
Αυτό είναι το πρώτο δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί, ο Τσίπρας έχει ήδη πετύχει να αλλάξει τη συζήτηση για το ποιος βρίσκεται απέναντι στον Μητσοτάκη, χωρίς ακόμη να έχει αποδείξει ότι μπορεί να τον απειλήσει εκλογικά. Και αυτό ακριβώς είναι που αυξάνει την πίεση στη Χαριλάου Τρικούπη.
Ο Τσίπρας ανεβάζει τον πήχη: Δεν θέλει δεύτερη θέση, θέλει «ανατροπή»
Η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο in.gr στις 10 Αυγούστου δεν ήταν απλώς μια αυγουστιάτικη επικοινωνιακή παρέμβαση. Ήταν, ουσιαστικά, η πρώτη καθαρή δήλωση ότι η ΕΛ.Α.Σ. περνά από τη φάση της ίδρυσης στη φάση της κυβερνητικής προετοιμασίας.
Ο πρώην πρωθυπουργός αποκάλυψε ότι περίπου το 80% των ψηφοδελτίων βρίσκεται ήδη υπό διαμόρφωση, απέρριψε τη λογική των «μεταγραφών αεροδρομίου» βουλευτών και παρουσίασε τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση ως «κάλπη της ανατροπής». Ταυτόχρονα, επιχειρεί να εμφανίσει το νέο κόμμα ως δύναμη που δεν δημιουργήθηκε για να καταγράψει ένα αξιοπρεπές ποσοστό, αλλά για να αναδιαμορφώσει το πολιτικό σύστημα.
Η στρατηγική είναι σαφής, ο Τσίπρας δεν θέλει να παγιδευτεί στον ρόλο του «δεύτερου κόμματος». Θέλει η δεύτερη θέση να θεωρηθεί ενδιάμεσος σταθμός προς την εξουσία.
Αυτό εξηγεί και γιατί επιχειρεί να ξεφύγει από την εικόνα του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Οικονομία, παραγωγή, στέγη, κράτος, επενδύσεις και κοινωνική πολιτική παρουσιάζονται πλέον με πιο μετριοπαθή και κυβερνητική γλώσσα. Η ΕΛ.Α.Σ. προσπαθεί να κινηθεί πέρα από το παραδοσιακό αριστερό ακροατήριο και να διεκδικήσει κομμάτια της κεντροαριστεράς και της μεσαίας τάξης.
Η επιστροφή του, άλλωστε, είχε από την αρχή ακριβώς αυτή τη δυνατότητα, να αναδιατάξει έναν ήδη κατακερματισμένο χώρο της αντιπολίτευσης, προσελκύοντας απογοητευμένους αριστερούς και κεντρώους ψηφοφόρους.
Το ΠΑΣΟΚ απαντά: «Μητσοτάκης και Τσίπρας έχουν ήδη κριθεί»
Η στρατηγική του Νίκου Ανδρουλάκη είναι διαφορετική και πιο δύσκολη. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να παρουσιάσει τον Τσίπρα ως σύμμαχο απέναντι στη ΝΔ, γιατί έτσι αναγνωρίζει την πολιτική του υπεροχή στον ίδιο χώρο. Δεν μπορεί όμως και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στον Τσίπρα, γιατί τότε αφήνει την κυβέρνηση εκτός κάδρου.
Γι’ αυτό η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί μια διμέτωπη στρατηγική, Μητσοτάκης και Τσίπρας παρουσιάζονται ως δύο πολιτικοί που κυβέρνησαν, δοκιμάστηκαν και κρίθηκαν. Ο Ανδρουλάκης έχει επαναλάβει ότι το «δίδυμο Μητσοτάκη–Τσίπρα» κυριάρχησε για μια δεκαετία και ότι η χώρα χρειάζεται διαφορετική πολιτική επιλογή.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί δηλαδή να μετατρέψει το μειονέκτημα του Ανδρουλάκη, ότι δεν διαθέτει πρωθυπουργικό παρελθόν σε πλεονέκτημα, «δεν κουβαλά κυβερνητική φθορά». Αλλά εδώ υπάρχει και ο μεγάλος κίνδυνος. Εάν η αντιπαράθεση με τον Τσίπρα γίνει κεντρικότερη από την αντιπαράθεση με τον Μητσοτάκη, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να εμφανιστεί όχι ως επίδοξη κυβέρνηση, αλλά ως κόμμα που αγωνίζεται να μη χάσει τη δεύτερη θέση. Και η πολιτική ψυχολογία της δεύτερης θέσης είναι πάντα επικίνδυνη: όταν προσπαθείς συνεχώς να αποδείξεις ότι είσαι ο πραγματικός αντίπαλος του πρώτου, συχνά καταλήγεις να αποδεικνύεις ότι ο πρώτος παραμένει πρώτος.
Τα οικονομικά της ΕΛ.Α.Σ. έγιναν νέο πεδίο σύγκρουσης
Η κόντρα έχει ήδη περάσει από τις προγραμματικές διαφορές στα οικονομικά και στην ηθική αξιοπιστία. Στα τέλη Ιουλίου, το ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε προσωπικά τον Τσίπρα ότι επιχειρεί «rebranding αγκαλιά με τα συμφέροντα», ζητώντας σαφείς απαντήσεις για τη χρηματοδότηση της ΕΛ.Α.Σ. και επισημαίνοντας ότι από το νέο κόμμα είχαν δοθεί διαφορετικές εξηγήσεις για το ποιος καλύπτει τα λειτουργικά έξοδα, τις καμπάνιες και τις εκδηλώσεις του. Η πλευρά της ΕΛ.Α.Σ. απάντησε με αιχμές για τα τραπεζικά χρέη του ΠΑΣΟΚ. Η σύγκρουση δεν είναι δευτερεύουσα. Και οι δύο επιχειρούν να καταλάβουν τον ίδιο ηθικοπολιτικό χώρο: να εμφανιστούν ως η «καθαρή», σύγχρονη, σοβαρή εναλλακτική απέναντι στο σύστημα εξουσίας της ΝΔ. Όταν όμως δύο κόμματα διεκδικούν την ίδια ταυτότητα, η μάχη γίνεται αναπόφευκτα προσωπική.
Οι «μεταγραφές» είναι περισσότερο σύμπτωμα παρά αιτία
Το δεύτερο μέτωπο αφορά τα πρόσωπα. Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. προκάλεσε από νωρίς ανησυχία στο ΠΑΣΟΚ για πιθανές μετακινήσεις στελεχών, ιδιαίτερα από τον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Από την άλλη πλευρά, το ίδιο το ΠΑΣΟΚ κινείται επίσης προς ανεξάρτητους βουλευτές και στελέχη άλλων χώρων, με συζητήσεις και επαφές που έχουν επανειλημμένα καταγραφεί. Ο Τσίπρας επιχειρεί τώρα να βάλει όριο σε αυτή τη συζήτηση, δηλώνοντας ότι δεν θέλει «μεταγραφές αεροδρομίου» και ότι μεγάλο μέρος των ψηφοδελτίων θα προκύψει μέσα από οργανωμένη πολιτική διαδικασία. Πρόκειται όμως και για επικοινωνιακή αυτοπροστασία. Αν η ΕΛ.Α.Σ. εμφανιστεί ως απλή μετακόμιση παλιών στελεχών από ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ σε νέο κτίριο, τότε το αφήγημα του «νέου» θα φθαρεί πολύ γρήγορα. Το ίδιο ισχύει και για το ΠΑΣΟΚ: η προσπάθεια διεύρυνσης μπορεί να ενισχύσει αριθμητικά το κόμμα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει πολιτικό ρεύμα. Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το σε ποιο ψηφοδέλτιο θα μετακομίσει ο επόμενος βουλευτής. Ενδιαφέρεται περισσότερο για το αν κάποιος έχει πειστική απάντηση για μισθούς, ενοίκια, ακρίβεια και δημόσιες υπηρεσίες.
Οι πραγματικές διαφορές υπάρχουν αλλά συχνά χάνονται μέσα στον καβγά
Θα ήταν λάθος να παρουσιάζεται ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. ως δύο ίδιες εκδοχές της Κεντροαριστεράς. Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές. Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να τοποθετήσει το ΠΑΣΟΚ ως κλασική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική δύναμη, με μεγαλύτερη έμφαση στην κοστολόγηση, στο κοινωνικό κράτος, στην κοινωνική κατοικία, στη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και σε μια πιο θεσμική προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να συνδυάσει ισχυρότερη κρατική παρέμβαση με ένα νέο, πιο φιλοπαραγωγικό και φιλοεπενδυτικό λεξιλόγιο, υποσχόμενος παράλληλα μεγαλύτερη σύγκρουση με ολιγοπώλια και οικονομικά συμφέροντα.
Το ΠΑΣΟΚ έχει, επίσης, επιχειρήσει να χτυπήσει τον Τσίπρα από τα αριστερά σε επιμέρους οικονομικά ζητήματα. Ο Ανδρουλάκης έχει υπενθυμίσει, για παράδειγμα, ότι επί διακυβέρνησης Τσίπρα μειώθηκε ο φόρος στα μερίσματα από 15% σε 10%, πριν η ΝΔ τον μειώσει περαιτέρω στο 5%, αμφισβητώντας έτσι τη σημερινή ρητορική περί μεγαλύτερης φορολόγησης των ισχυρότερων.
Αυτές οι διαφορές έχουν πολιτική αξία. Το πρόβλημα είναι ότι όσο η σύγκρουση προσωποποιείται —«ποιος είναι παλιός», «ποιος έκανε rebranding», «ποιος παίρνει στελέχη από ποιον»— τόσο λιγότερο συζητούνται. Και όταν η αντιπολίτευση δεν συζητά τις διαφορές πολιτικής της αλλά τις διαφορές ιδιοκτησίας του ίδιου χώρου, το Μαξίμου δεν έχει λόγο να διαμαρτύρεται.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της ΝΔ: Η φθορά δεν έχει ακόμη έναν ιδιοκτήτη
Η Νέα Δημοκρατία έχει πραγματική φθορά. Αυτό δεν αμφισβητείται. Η επιστροφή Τσίπρα συνέπεσε με μια περίοδο όπου η κυβέρνηση αντιμετωπίζει κοινωνική πίεση από το κόστος ζωής, υποθέσεις διαφθοράς, τις πληγές των Τεμπών και τη φθορά μιας πολυετούς διακυβέρνησης. Το Reuters είχε επισημάνει ήδη κατά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. ότι η δυσαρέσκεια αυτή δημιουργούσε χώρο για αναδιάταξη της αντιπολίτευσης.
Το κρίσιμο όμως είναι ότι αυτή η κυβερνητική φθορά δεν έχει ακόμη έναν σταθερό πολιτικό αποδέκτη. Ένα μέρος κατευθύνεται στον Τσίπρα. Άλλο παραμένει στο ΠΑΣΟΚ. Άλλο κινείται προς κόμματα διαμαρτυρίας. Και μεγάλο τμήμα καταλήγει στην αποχή ή στην απροσδιόριστη ψήφο. Αυτό είναι το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα του Μητσοτάκη. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να ανακτήσει όλη τη φθορά του. Του αρκεί η δυσαρέσκεια απέναντί του να παραμένει κατακερματισμένη.
Η πρώτη μεγάλη δημοσκοπική εικόνα μετά την επιστροφή Τσίπρα αυτό ακριβώς δείχνει, η ΕΛ.Α.Σ. έχει αναδειχθεί σε δεύτερο κόμμα αλλά όχι πόλο με τη ΝΔ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική απόσταση.
Το δίλημμα της συνεργασίας που όλοι αποφεύγουν
Υπάρχει, τέλος, ο μεγάλος ελέφαντας στο δωμάτιο: τι γίνεται μετά τις εκλογές; Και εδώ οι δύο πλευρές κινούνται προσεκτικά. Ο Τσίπρας θέλει να χτίσει δυναμική ανατροπής και άρα δεν τον συμφέρει σήμερα να παρουσιάζεται ως συμπλήρωμα του ΠΑΣΟΚ.
Ο Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, γνωρίζει ότι οποιαδήποτε πρόωρη συζήτηση συνεργασίας με τον Τσίπρα θα ενισχύσει τον τελευταίο ως φυσικό ηγέτη του χώρου και θα περιορίσει την αυτονομία του ΠΑΣΟΚ.
Άρα και οι δύο χρειάζονται πρώτα εκλογική μέτρηση δύναμης. Το πρόβλημα είναι πως, όσο αρνούνται να απαντήσουν πειστικά στο ερώτημα της επόμενης ημέρας, η ΝΔ αποκτά το ιδανικό προεκλογικό επιχείρημα: «Απέναντί μας δεν υπάρχει εναλλακτική κυβέρνηση. Υπάρχουν κόμματα που ακόμη συζητούν ποιος θα είναι αρχηγός της». Και αυτό θα είναι πιθανότατα ένα από τα βασικά αφηγήματα του Μαξίμου όσο πλησιάζουν οι κάλπες.
Η μάχη που μπορεί να κερδίσει ο τρίτος
Η αντιπαράθεση Τσίπρα–Ανδρουλάκη είναι πραγματική και πολιτικά αναπόφευκτη. Δεν μπορεί να παρακαμφθεί με εκκλήσεις για «ενότητα της Κεντροαριστεράς», γιατί αφορά ηγεσία, στρατηγική, πρόγραμμα και τελικά εξουσία. Το κρίσιμο είναι πώς θα διεξαχθεί.
Αν εξελιχθεί σε ανταγωνισμό προγραμμάτων, αξιοπιστίας και κυβερνητικής επάρκειας, μπορεί να ενισχύσει συνολικά την αντιπολίτευση.
Αν εξελιχθεί σε διαγωνισμό μεταγραφών, προσωπικών επιθέσεων, οικονομικών υπαινιγμών και ιστορικών λογαριασμών, τότε θα επιβεβαιώσει το πιο βολικό αφήγημα για τη Νέα Δημοκρατία, ότι απέναντί της υπάρχει μια «πολιτική Βαβέλ» που μπορεί να διαμαρτύρεται, αλλά δεν μπορεί να κυβερνήσει. Την ίδια ακριβώς γραμμή είχε χρησιμοποιήσει ο Μητσοτάκης ήδη κατά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο. Ο Τσίπρας χρειάζεται να νικήσει τον Ανδρουλάκη για να απειλήσει τον Μητσοτάκη. Ο Ανδρουλάκης χρειάζεται να νικήσει τον Τσίπρα για να αποδείξει ότι μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη. Και ο Μητσοτάκης χρειάζεται απλώς να τους βλέπει να προσπαθούν. Για την ώρα, λοιπόν, η αντιπολίτευση αναζητεί τον αρχηγό της. Το Μαξίμου εύχεται η αναζήτηση και η σκληρή κόντρα να κρατήσει μέχρι τις κάλπες.

