
Η κυβερνητική λογική πίσω από τη νέα δέσμη μέτρων που ανακοινώθηκαν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και εξειδικεύτηκαν από τον Κυριάκο Πιερρακάκη και τον Θάνο Πετραλιά, είναι ότι η κρίση στον Κόλπο δεν αντιμετωπίζεται ως ένα μακρινό γεωπολιτικό γεγονός αλλά ως μια απειλή με άμεση δυνατότητα να περάσει στην καθημερινότητα, στις τιμές, στις μεταφορές και τελικά στον οικογενειακό και επιχειρηματικό προϋπολογισμό. Με αυτό το δεδομένο, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν σχεδιάστηκαν ώστε να απορροφήσουν μέρος της πίεσης πριν αυτή διαχυθεί στην αγορά και προκαλέσει ευρύτερες πολλαπλασιαστικές επιβαρύνσεις.
Στο κυβερνητικό σκεπτικό, η παρέμβαση αυτή λειτουργεί ως συνέχεια του πρώτου πακέτου που είχε προηγηθεί για την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας στις αγορές καυσίμων, τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η διαχείριση της κρίσης γίνεται σε διαδοχικά επίπεδα, πρώτα με εργαλεία ελέγχου της αγοράς και στη συνέχεια με στοχευμένη οικονομική ενίσχυση εκεί όπου εντοπίζονται οι μεγαλύτερες πιέσεις.
Από τη συνολική αρχιτεκτονική του πακέτου προκύπτει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να απαντήσει ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα. Από τη μία πλευρά να στηρίξει ευάλωτους, μεσαία στρώματα και οικογένειες με παιδιά. Από την άλλη να περιορίσει δευτερογενείς συνέπειες στην παραγωγή, στις μεταφορές και στην περιφέρεια.
Παρέμβαση πριν γενικευτεί η επιβάρυνση
Ο κεντρικός άξονας της κυβερνητικής προσέγγισης είναι η ανάσχεση της αλυσίδας μετάδοσης του κόστους. Η εκτίμηση που αποτυπώνεται είναι ότι μια διεθνής αναταραχή στην ενέργεια και στο εμπόριο δεν μένει στα καύσιμα. Περνά στις μεταφορές αγαθών, στη λειτουργία επιχειρήσεων, στην αγροτική παραγωγή, στις τιμές βασικών προϊόντων και τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Για αυτό και το πακέτο δεν περιορίζεται σε μία οριζόντια παρέμβαση. Κατανέμεται σε τέσσερα διαφορετικά πεδία, ώστε να καλύψει κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Τη μεταφορά και την εφοδιαστική, την κατανάλωση καυσίμων από τα νοικοκυριά, το κόστος της πρωτογενούς παραγωγής και το κόστος μετακίνησης προς τα νησιά.
Το βάρος στην αγορά, χωρίς υπέρβαση των δημοσιονομικών ορίων
Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο του κυβερνητικού σκεπτικού αφορά τη δημοσιονομική ισορροπία. Το συνολικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 300 εκατομμύρια ευρώ για το δίμηνο Απριλίου και Μαΐου, με την επισήμανση ότι το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει τα περιθώρια του προϋπολογισμού και δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η αναφορά στην αύξηση της φορολόγησης των κερδών από online τυχερά παιχνίδια, από την οποία αναμένεται ετήσιο έσοδο 100 εκατομμυρίων ευρώ. Η ένταξη αυτού του στοιχείου στο συνολικό αφήγημα δείχνει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να παρουσιάσει τα μέτρα ως κοστολογημένη και ελεγχόμενη παρέμβαση και όχι ως έκτακτη παροχή χωρίς αντίκρισμα.
Πετρέλαιο κίνησης με στόχο την αλυσίδα κόστους
Η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης στην αντλία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό μέτρο της λογικής αυτής. Η επιλογή συνδέεται με το γεγονός ότι το πετρέλαιο κίνησης χρησιμοποιείται σε κρίσιμους τομείς, από τις μεταφορές αγαθών και τα επαγγελματικά οχήματα έως τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τα μηχανήματα έργου. Σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύσσεται στο κυβερνητικό επιτελείο, η συγκράτηση του κόστους στο diesel αφορά την ίδια τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Αν περιοριστεί η μετακύλιση του αυξημένου διεθνούς κόστους σε αυτό το στάδιο, εκτιμάται πως μειώνεται η πιθανότητα να περάσουν νέες αυξήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες. Με αυτόν τον τρόπο, το μέτρο παρουσιάζεται ως εργαλείο περιορισμού ενός βασικού πληθωριστικού παράγοντα.
Στήριξη στα νοικοκυριά
Η ενίσχυση για τις ανατιμήσεις στη βενζίνη αποτυπώνεται ως παρέμβαση με καθαρό στόχο την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος. Παρότι υπάρχουν εισοδηματικά κριτήρια, η κυβερνητική ανάγνωση είναι ότι το μέτρο έχει ευρεία κοινωνική εμβέλεια, καθώς εκτιμάται ότι καλύπτει σχεδόν το 78% των ιδιοκτητών αυτοκινήτων ή δικύκλων, δηλαδή περίπου 3,1 εκατομμύρια άτομα. Ιδιαίτερη σημασία έχει το επιχείρημα ότι η ενίσχυση δεν σχεδιάστηκε ως επιδότηση επιπλέον κατανάλωσης καυσίμου. Το σκεπτικό στηρίζεται στο ότι η επιδοτούμενη ποσότητα αντιστοιχεί στη μέση πραγματική μηνιαία χρήση, ενώ η επιδότηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε μέσα μαζικής μεταφοράς ή ταξί. Έτσι, η παρέμβαση παρουσιάζεται ως μέτρο ανακούφισης και όχι ως κίνητρο για αυξημένη κατανάλωση.
Λιπάσματα και αγροτική παραγωγή στο επίκεντρο
Η επιχορήγηση κατά 15% των παραστατικών αγοράς λιπασμάτων από επαγγελματίες του πρωτογενούς τομέα εντάσσεται στη λογική της προληπτικής προστασίας της παραγωγής. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία συνδέει το αυξημένο κόστος των λιπασμάτων με τη μείωση της εμπορικής κίνησης στα Στενά του Ορμούζ και, κατ’ επέκταση, με τον κίνδυνο ανατίμησης στην αγροτική αλυσίδα.
Το μέτρο αποκτά ειδικό βάρος και λόγω χρονισμού. Το διάστημα Μαρτίου έως Ιουνίου είναι κομβικό, καθώς σε αυτό εφαρμόζεται περίπου το μισό των λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται σε ετήσια βάση. Αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση τοποθετείται σε μια φάση κατά την οποία η επιβάρυνση θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τόσο την παραγωγή προϊόντων βασικής κατανάλωσης, όπως τα κηπευτικά και τα δημητριακά, όσο και προϊόντων με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η κυβέρνηση, συνεπώς, παρουσιάζει το μέτρο ως ανάχωμα τόσο για το αγροτικό εισόδημα όσο και για τις τιμές λιανικής.
Ακτοπλοΐα και νησιωτικότητα
Η αποζημίωση των υποχρεωτικών εκπτώσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια εντάσσεται στη διαχείριση ενός άλλου ευαίσθητου πεδίου, του μεταφορικού κόστους προς και από τα νησιά. Η στόχευση, όπως περιγράφεται, είναι να συγκρατηθούν οι τιμές περίπου στα περυσινά επίπεδα, ώστε να μη μεταφερθεί ολόκληρη η ενεργειακή πίεση στους νησιωτικούς πληθυσμούς και στην περιφέρεια. Το μέτρο έχει και θεσμική διάσταση. Οι ακτοπλοϊκές εταιρείες υποχρεούνται να παρέχουν εκπτώσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες επιβατών, όπως οι φοιτητές και τα άτομα με αναπηρία. Με την αποζημίωση αυτών των εκπτώσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει περιθώριο απορρόφησης των πιέσεων, περιορίζοντας τον κίνδυνο περαιτέρω επιβάρυνσης του κόστους των εισιτηρίων.

