
Πώς είναι δυνατόν να συμψηφιστούν δύο ιδεολογικές τάσεις που ιστορικά πορεύτηκαν άλλοτε παράλληλα κι άλλοτε συγκρουσιακά; Πώς μπορεί η σοσιαλδημοκρατία —γέννημα του συμβιβασμού, της θεσμικής εξέλιξης και της σταδιακής μεταρρύθμισης— να βρει κοινό έδαφος με τη ριζοσπαστική Αριστερά, που αντλεί τη δυναμική της από την άρνηση του υπάρχοντος και την αξίωση ρήξεων; Κι όμως, το ερώτημα δεν είναι πια θεωρητικό. Είναι απολύτως πρακτικό και, για πολλούς, αναπόφευκτο.
Η σοσιαλδημοκρατία του 20ού αιώνα οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος, ενσωματώθηκε στο δημοκρατικό σύστημα και αποδέχθηκε την οικονομία της αγοράς με ισχυρές ρυθμιστικές δικλίδες. Η ριζοσπαστική Αριστερά, αντίθετα, διατήρησε έναν μόνιμο σκεπτικισμό απέναντι στο κράτος, στους θεσμούς και —σε ορισμένες εκδοχές της— ακόμη και απέναντι στην ίδια τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Για δεκαετίες, η μεταξύ τους σχέση ήταν σχέση καχυποψίας: οι μεν κατηγορούσαν τους δε για ενσωμάτωση και απώλεια ιδεολογικής καθαρότητας, οι δε απαντούσαν με τον όρο «ανευθυνότητα».
Ωστόσο, ο 21ος αιώνας άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού. Η παγκοσμιοποίηση, η χρηματοπιστωτική κρίση, η διεύρυνση των ανισοτήτων, η κλιματική απειλή και η κρίση αντιπροσώπευσης αποδόμησαν τις βεβαιότητες και των δύο στρατοπέδων. Η σοσιαλδημοκρατία είδε το κοινωνικό της συμβόλαιο να συρρικνώνεται και την εκλογική της βάση να απομακρύνεται. Η ριζοσπαστική Αριστερά, από την άλλη, όταν κλήθηκε να κυβερνήσει, βρέθηκε αντιμέτωπη με τα όρια της σύγκρουσης χωρίς σχέδιο και της ρητορικής χωρίς θεσμικό βάθος.
Κάπου εδώ γεννιέται το «μαγικό» —ή, για τους πιο προσγειωμένους, το αναγκαστικό— επίτευγμα του αιώνα μας: η απόπειρα συμψηφισμού. Όχι ως συγχώνευση ιδεολογιών, αλλά ως συνάντηση αναγκών. Η σοσιαλδημοκρατία χρειάζεται εκ νέου το ηθικό φορτίο της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αμφισβήτησης της ανισότητας. Η ριζοσπαστική Αριστερά χρειάζεται τη θεσμική εμπειρία, τη διαχειριστική επάρκεια και τη δημοκρατική νομιμοποίηση που προσφέρει η σοσιαλδημοκρατική παράδοση.
Ο συμψηφισμός αυτός δεν είναι εύκολος ούτε χωρίς κόστος. Προϋποθέτει αμοιβαίες υποχωρήσεις, επαναπροσδιορισμό εννοιών και εγκατάλειψη βεβαιοτήτων. Κυρίως, όμως, απαιτεί ειλικρίνεια: να παραδεχθούν και οι δύο ότι μόνες τους δεν αρκούν για να απαντήσουν στις προκλήσεις της εποχής.
Αν τελικά επιτευχθεί, δεν θα πρόκειται για έναν ιδεολογικό θρίαμβο, αλλά για μια πράξη πολιτικής επιβίωσης. Και ίσως —μόνο ίσως— αυτός ο ρεαλιστικός συμψηφισμός να αποδειχθεί το πραγματικό «μαγικό κόλπο» του 21ου αιώνα.

