
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν αποκαλύπτεται από τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις, αλλά από τα μικρά, σχεδόν πεζά σκάνδαλα της καθημερινότητας.
Εκεί όπου δεν δοκιμάζονται τα προγράμματα, αλλά το ήθος. Και το ήθος, στην Ελλάδα, σπανίζει.
Η υπόθεση του προέδρου της Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, Γιάννη Παναγόπουλου, που ελέγχεται για διακίνηση «μαύρου» χρήματος και αδιαφανείς οικονομικές πρακτικές, δεν είναι απλώς μια ακόμη δικαστική εκκρεμότητα. Είναι καθρέφτης.
Καθρέφτης ενός συνδικαλισμού που ξέχασε γιατί υπάρχει.
Ο συνδικαλισμός γεννήθηκε ως πράξη αυταπάρνησης. Ως υπεράσπιση των αδυνάτων. Ως άρνηση της ιδιοτέλειας.
Και κατέληξε, συχνά, επάγγελμα. Μηχανισμός. Καριέρα.
Από διακονία, εξουσία.
Κι όταν η εξουσία αποσυνδέεται από την ευθύνη, τότε η διαφθορά δεν είναι ατύχημα. Είναι σχεδόν φυσική κατάληξη.
Το πιο θλιβερό, όμως, δεν είναι οι έλεγχοι. Ούτε οι καταγγελίες. Αυτά τα κρίνει η Δικαιοσύνη.
Το θλιβερό είναι η σπουδή ορισμένων να αλλάξουν τη συζήτηση.
Αντί για αυτοκριτική, συμψηφισμός.
Αντί για σιωπή, κραυγή.
Αντί για «τι κάναμε λάθος;», το γνώριμο «φταίνε οι άλλοι».
Ξαφνικά ακούμε ότι το σκάνδαλο αφορά την κυβέρνηση. Ότι πρόκειται για πολιτική στοχοποίηση. Ότι κάποιοι καταδιώκονται. Μα πώς γίνεται κάθε φορά η ευθύνη να βρίσκεται πάντα αλλού;
Ο Παναγόπουλος δεν είναι μια τυχαία, ουδέτερη φιγούρα της δημόσιας ζωής. Η πορεία του ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ. Με τον κομματικό εκείνο κόσμο που για δεκαετίες ταύτισε το κράτος, τα συνδικάτα και την εξουσία με ένα ενιαίο, αδιαχώριστο σύστημα.
Ένα σύστημα όπου οι ρόλοι μπερδεύτηκαν:
ο ελεγκτής έγινε ελεγχόμενος,
ο εκπρόσωπος έγινε παράγοντας,
και η συλλογικότητα προσωπική υπόθεση.
Δεν είναι λοιπόν κυβερνητικό το πρόβλημα. Είναι πολιτισμικό.
Είναι η νοοτροπία που θεωρεί αυτονόητο ότι «κάπως θα τακτοποιηθούν τα πράγματα».
Ότι η εξουσία είναι λάφυρο.
Ότι η ηγεσία δεν είναι ευθύνη αλλά προνόμιο.
Και όσο αυτή η νοοτροπία μένει άθικτη, τα πρόσωπα θα αλλάζουν, αλλά οι υποθέσεις θα επαναλαμβάνονται.
Το ερώτημα δεν είναι κομματικό.
Είναι βαθύτερο.
Υπάρχει ακόμη αίσθηση ευθύνης στη δημόσια ζωή;
Ή έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι όλα επιτρέπονται, αρκεί να φταίει πάντα κάποιος άλλος;
Γιατί χωρίς ήθος, καμία ιδεολογία δεν σώζει.
Και χωρίς αλήθεια, καμία παράταξη δεν δικαιώνεται.
Τα υπόλοιπα είναι υπεκφυγές.
Και οι υπεκφυγές δεν πείθουν πια κανέναν.

