Το δικό μου το «47» στα Τρίκαλα

By
5 Min Read

Έστω και με κάποια καθυστέρηση, το είδα το “47”.
Την ταινία που έκανε το μεγαλύτερο θόρυβο στο φετινό καλοκαίρι κι έκοψε ένα σκασμό εισιτήρια.
Να μην τα πολυλογώ, πάμε στο στόρι, κλεψουάρ από  “Αθηνόραμα”, μέσω της παντοτινά δοκιμασμένης και δοξασμένης μεθόδου του κόπυ του πάστε:
“Γιος εκτελεσμένου από τους Φαλαγγίτες του Φράνκο κομμουνιστή, ο Μανόλο Βιτάλ έφτασε στο Τόρε Μπαρό της Βαρκελώνης το 1958 από τη Βαλένθια δε Αλκάνταρα. Χήρος με ένα μικρό κορίτσι, κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να χτίσει ένα παράπηγμα τριών δωματίων και δύο δεκαετίες μετά αγωνίζεται ακόμα να βελτιώσει την καθημερινότητα της χωρίς συγκοινωνίες, σχολείο, ιατρικό κέντρο και ύδρευση συνοικίας του. Η δασκάλα σύζυγός του και η κόρη του έχουν απελπιστεί, φίλοι αποφασίζουν να μετακομίσουν, αλλά εκείνος επιμένει. Όταν, όμως, συναντά την πεισματική άρνηση των δημοτικών αρχών να βελτιώσουν την κατάσταση, αποφασίζει να δράσει”.

Η συνέχεια επί της οθόνης, όπως  λέγανε παλαιότερα και εκείνα τα φυλλάδια που μοιράζανε στις εισόδους των κινηματογράφων.
Περισσότερα δεν θα πω, ας αφήσουμε τις τσιπιές στην άκρη, κάπως πρέπει να ζήσουν και τα πλάσματα τα δημιουργικά.
Μπορώ, ωστόσο, να καταθέσω δυο τρεις  προσωπικές εμπειρίες από το δικό μου Τόρε Μπαρό, το Συνοικισμό Αλώνια στα Τρίκαλα.
Έτσι μας είχανε βαφτίσει οι ιθύνοντες εκεί στην αρχή της δεκαετίας του εξήντα, όταν κληρώθηκε οικόπεδο στην μικρασιάτισσα γιαγιά (μην  ακούσω κάνα “προσφύγισσα” παρακαλώ, ο πατέρας μου ήταν φιλόλογος και μ’ έμαθε να μιλάω ελληνικά!), και μετακόμισε η οικογένεια από τη Δράμα (όπου είχε γεννηθεί ο  αδερφός μου) στον κάμπο.
Σε μια μπαΐρα στην άκρη της πόλης, από τη μία μεριά τα Προσφυγικά, από την άλλη τα Εργατικά και στη μέση τα Γύφτικα.
Και  δώσ’ του πηλοφόρι και μυστρί για να χτιστεί το  σπίτι, δωμάτιο το δωμάτιο…
Αυτή είναι μια απ’ τις παλιότερες αναμνήσεις της ζωής μου, που έβλεπα τους  εργάτες κάθε μέρα τούβλο στο τούβλο να σηκώνουν τον επόμενο τοίχο, κι ύστερα σοβά και λαδομπογιά, μαγικά πράγματα στα μάτια του πιτσιρικά που σβούραγε γύρω τους.

Και τα Σάββατα, αχ αυτά τα Σάββατα, της μεταμόρφωσης!
Όλες τις  άλλες μέρες, φεύγανε ένα χάλι μαύρο τα μαστόρια για να πάνε στο κονάκι τους να ξεκουραστούνε μια στάλα.
Τα Σάββατα, όμως, φέρνανε μαζί τους ρούχα και ξυριστικά για να τρέξουν κατευθείαν στη βόλτα και στη γύρα, να “γαμπρίσουν” που λέγανε τότε.
Και μπροστά μου μεταμορφώνονταν από ταλαίπωροι κατσαπλιάδες σε παραλλαγές του Ρόκο Παρόντι, κομπλέ με μπριγιαντίνη γυαλιστερή και κολόνια λεμονάτη.
Τους έβλεπα κι ήθελα πολύ να τους μοιάσω, ως την ώρα τουλάχιστον που μπήκα σε λεωφορείο και ανακάλυψα ότι ο εισπράκτορας κουβάλαγε ένα σωρό ψιλά.
Ίσον ένα σωρό παγωτά από το  περίπτερο της γωνίας, μια δραχμούλα τη θυμάμαι την κρέμα.
Όπως θυμάμαι και πόσο πιο εύκολη έγινε η ζωή μας όταν είπαμε αντίο στο χωματόδρομο και καλημέρα στο τρεχούμενο νερό.
Το πρώτο δεν με απασχολούσε και πολύ, καθότι μόνο ποδήλατο διέθετε ο μπαμπάς, αλλά το δεύτερο μου έφτιαξε τη διάθεση, γιατί βαριόμουνα να τρέχω ως τη βρύση της γειτονιάς με  τα γκιούμια.
Νταξ, τα κοπάναγα στον πηγαιμό και είχε πλάκα, ντιν  νταν ντιν νταν, στο γυρισμό,  όμως, μου πέφτανε βαριά κι ασήκωτα.
Τι να κάνεις, άλλη λύση δεν υπήρχε, το νερό απ’ την τουλούμπα δεν ήταν για να το πιείς, ήταν μόνο για  πλύσιμο.
Στη  σκάφη παρακαλώ, ράιτ θρου το θέρος και ζεσταμένο στην ξυλόσομπα το χειμώνα.
Όταν αποκτήσαμε θερμοσίφωνα, πραγματικά δεν πίστευα στην τύχη μου…
Έτσι είναι η φτώχεια παλικάρια και γοργόνες, έτσι είναι να βλέπεις τον κόσμο απ’ τη χαμηλή σκοπιά.
Απέξω παίζει μια γραφικότητα ολίγον σινεφίλ, από μέσα, ωστόσο, είναι πολλές οι φορές που σε παίρνει από κάτω.
Και αναρωτιέσαι αν υπάρχει πουθενά ένας Θεός, ένας έστω κατώτερος Θεός, να σε φυλάει απ’ το κακό, να σε προσέχει απ’ τ’ άδικο…

Υ.Γ.: Μην αρχίσει κάποιο εξυπνοπούλι τις ομορφιές για τα “Γύφτικα”, δίπλα μέναμε και ούτε καυγάδες προέκυπταν, ούτε τσαμπουκάδες. Τι είχαμε να χωρίσουμε δηλαδή; Τη μιζέρια;

The post Το δικό μου το «47» στα Τρίκαλα appeared first on Newpost.gr.

Share This Article