Το ΠΑΣΟΚ, όπως φαίνεται, δικαιούται να υπάρχει, αρκεί να μην επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει. Μπορεί να ασκεί αντιπολίτευση, αρκεί να αναγνωρίζει ποιος διαθέτει την αποκλειστική άδεια εκπροσώπησης της προοδευτικής παράταξης. Κι αν ο Νίκος Ανδρουλάκης επιμένει στην αυτονομία του, αρχίζουν οι εξετάσεις νοημοσύνης. Από την «πολιτική βλακεία» μέχρι την αφέλεια, η απόσταση αποδεικνύεται μικρή όταν ο πολιτικός ανταγωνιστής αρνείται τον ρόλο που του έχουν προδιαγράψει.
Η αντιπαράθεση του Παναγιώτη Δουδωνή με τον Θανάση Καρτερό είναι χαρακτηριστική. Μετά το άρθρο που έθετε το προσβλητικό ερώτημα για τον Ανδρουλάκη, ακολούθησε η αναφορά του Καρτερού σε μειωμένη αντιληπτική ικανότητα του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ. Ο Δουδωνής απάντησε με το «βλακόμετρο» και τα μαρούλια του Τσερνόμπιλ. Οι ανταλλαγές αυτές ασφαλώς δεν αναβαθμίζουν τον δημόσιο διάλογο. Αλλά δεν μπορεί να ζητείται διαρκώς από τον αποδέκτη της απαξίωσης να επιδεικνύει θεσμική αυτοσυγκράτηση, ενώ ο επιτιθέμενος απολαμβάνει την ασυλία της αιχμηρής αρθρογραφίας.
Θα ήταν, πάντως, αυθαίρετο να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι κάθε λέξη του Καρτερού υπαγορεύεται από τον Τσίπρα. Δεν χρειάζεται τέτοια υπόθεση για να ασκηθεί κριτική. Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός προσέφερε το πολιτικό επιχείρημα, χαρακτηρίζοντας «αφελείς» εκείνους που πίστεψαν ότι μετά τη δική του ήττα θα γίνονταν εναλλακτική λύση. Και αυτό ενώ διακήρυσσε ότι δεν θα καταφύγει σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς. Η αντίφαση δύσκολα κρύβεται πίσω από την επίκληση της προοδευτικής ενότητας.
Από πότε, όμως, η διεκδίκηση της εκλογικής ενίσχυσης αποτελεί ένδειξη αφέλειας; Με ποια λογική η πολιτική φιλοδοξία είναι θεμιτή για τον Τσίπρα και περίπου διανοητικό παράπτωμα για τον Ανδρουλάκη; Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να κριθεί αυστηρά για την αποτελεσματικότητα, τις επιλογές και τις αδυναμίες του. Δεν οφείλει, όμως, να ζητήσει άδεια για να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ούτε να απολογείται επειδή δεν αντιμετωπίζει την επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού ως ιστορική αναγκαιότητα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η παρέμβαση της Μαριζέτας Αντωνοπούλου, η οποία χαρακτήρισε τους ΑΝΕΛ «ένα πολύ μικρό, τίμιο, λαϊκό, δεξιό κόμμα», υπερασπιζόμενη τη συγκυβέρνηση με τον Πάνο Καμμένο. Εδώ προκύπτει μια εντυπωσιακή πολιτική επιείκεια. Η Δεξιά, όταν στηρίζει τον Τσίπρα, αποκτά ευπρόσδεκτα προσδιοριστικά. Όταν συζητείται η διαδρομή άλλων κομμάτων, οι αποχρώσεις εξαφανίζονται και απομένει το κατηγορητήριο.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας. Η συνεργασία με τον Καμμένο αποτελεί μέρος της κυβερνητικής διαδρομής του Τσίπρα. Χρειάζεται πολιτική εξήγηση, όχι γλωσσική ανακαίνιση. Κανένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί να αξιώνει αυστηρό έλεγχο των άλλων και ευνοϊκή επανερμηνεία των δικών του επιλογών. Η αξιοπιστία αρχίζει από την αποδοχή ενός κοινού μέτρου κρίσης.
Αυτό αφορά, βεβαίως, και το ΠΑΣΟΚ. Το βίντεο της Κέλλυς Σταμούλη, με τη βροχή και το ΠΑΣΟΚ ή «λούτσα» προσφέρεται περισσότερο για τρολάρισμα και γέλιο μέχρι δακρύων παρά για σοβαρή αντιπολίτευση. Η πολιτική προστασία απαιτεί συγκεκριμένες ερωτήσεις για υποδομές, πρόληψη και ευθύνες. Δεν αρκούν βρεγμένα μαλλιά μπροστά στην κάμερα. Η Χαριλάου Τρικούπη έχει κάθε λόγο να απαιτεί από τα στελέχη της μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Άλλο, όμως, μια επικοινωνιακή αγωνία για ψήφους και άλλο η συνολική απαξίωση μιας παράταξης. Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται πιστοποιητικό ευφυΐας από τους ανταγωνιστές του. Χρειάζεται πρόγραμμα, συνέπεια και πειστικές απαντήσεις. Και ο κ.Τσίπρας χρειάζεται να εξηγήσει γιατί η δική του επιστροφή συνιστά προοπτική, χωρίς να παρουσιάζει την αυτονομία των άλλων ως ανοησία. Αν η ενότητα προϋποθέτει υποταγή, το πρόβλημα βρίσκεται σε εκείνον που την απαιτεί. Οι ψηφοφόροι, άλλωστε, δεν είναι ούτε ιδιοκτησία ούτε κληρονομιά κανενός. Και την τελική κρίση την εκδίδουν στην κάλπη, χωρίς να συμβουλεύονται κανένα κομματικό βλακόμετρο.


