
Μια πρόγευση από τη στάση που θα κρατήσει στη Βουλή, κατά τη διαδικασία κύρωσης των συμφωνιών με τη Chevron έδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι ασκεί ενεργειακή πολιτική με όρους εντυπώσεων, χωρίς εθνικό σχέδιο και οικοδομώντας νέες εξαρτήσεις για τη χώρα.
Σε ανακοίνωση του Τμήματος Ενέργειας και Περιβάλλοντος, ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει επί της ουσίας τους όρους με τους οποίους θα συμφωνούσε στην έρευνα και πιθανή εξόρυξη υδρογονανθράκων, υποστηρίζοντας πως η κυβερνητική πολιτική δεν πληροί κανέναν από αυτούς: Ενίσχυση των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών, τεχνική και ρυθμιστική επάρκεια, σαφείς όρους δημόσιου ελέγχου και πλήρη διαφάνεια.
Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι «η ενεργειακή πολιτική οφείλει να υπηρετεί πρώτα την κοινωνική συνοχή, τη μείωση του κόστους για τους πολίτες και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας».
Το κόμμα της Αριστεράς υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση «επί επτά χρόνια δεν προχώρησε ουσιαστικά καμία από τις ώριμες παραχωρήσεις που είχαν υπογραφεί το 2019 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την ExxonMobil και την τότε Total, συμβάσεις που είχαν διασφαλίσει τη δημόσια παρουσία και τον έλεγχο μέσω των ΕΛΠΕ». Παράλληλα, της καταλογίζει διγλωσσία, όσον αφορά στην ενεργειακή πολιτική της, αναφέροντας ότι «πρόκειται για την ίδια κυβέρνηση που στο παρελθόν διακήρυσσε ότι “δεν θα κάνουμε το Αιγαίο Κόλπο του Μεξικού” και ότι “μας ενδιαφέρει το φυσικό αέριο και όχι το πετρέλαιο”».
Κάθετος διάδρομος και LNG
Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι η κυβέρνηση επιλέγει με τον Κάθετο Διάδρομο «μια στρατηγική που κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις αντί να ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία». Όπως επιχειρηματολογεί, «σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αγορά LNG χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταβλητότητα τιμών και αβεβαιότητα ζήτησης, η χώρα δεν μπορεί να αναλαμβάνει μακροχρόνιες δεσμεύσεις χωρίς πλήρη διαφάνεια, σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο». Επιπρόσθετα, αναφέρει πως «παρατηρείται αυξανόμενη πίεση για επιδοτήσεις νέων μονάδων επαναεριοποίησης (FSRU) με εθνικούς πόρους», σημειώνοντας ότι «οι δημόσιοι πόροι δεν μπορούν να λειτουργούν ως εγγύηση ιδιωτικού επιχειρηματικού ρίσκου».
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, το τμήμα Ενέργειας και Περιβάλλοντος του κόμματος της αντιπολίτευσης σημειώνει ότι «δεν αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά την αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας, καταλήγοντας: «Οι συμβάσεις που υπογράφηκαν θα κριθούν αναλυτικά όταν κατατεθούν στη Βουλή. Εκεί θα αποδειχθεί αν υπηρετούν πράγματι το εθνικό συμφέρον ή αν αποτελούν ακόμη ένα κεφάλαιο μιας πολιτικής που επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στη στρατηγική ουσία που έχει ανάγκη η χώρα».

