
Το σήμα εκκίνησης για την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα την πρόθεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να ανοίξει τη συζήτηση για τολμηρές θεσμικές τομές στον καταστατικό χάρτη της χώρας. Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι υπάρχει πλέον κοινωνική ωρίμαση για αλλαγές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «απαγορευμένες», γνωρίζοντας ωστόσο πως το πολιτικό περιβάλλον δεν ευνοεί εύκολες συναινέσεις.
Στην ατζέντα της κυβερνητικής πλειοψηφίας περιλαμβάνονται παρεμβάσεις όπως η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο και η πολυσυζητημένη «θεραπεία» του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών. Πρόκειται για προτάσεις με ισχυρό ιδεολογικό φορτίο, οι οποίες αναμένεται να πυροδοτήσουν σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, μετατρέποντας τη Συνταγματική Αναθεώρηση σε κεντρικό κριτήριο ψήφου.
Το χρονοδιάγραμμα και η «μπάλα» στην αντιπολίτευση
Με δεδομένο ότι η διαδικασία της Αναθεώρησης πρέπει υποχρεωτικά να ανοίξει πριν από τις εθνικές εκλογές, η Νέα Δημοκρατία αναμένεται έως τον προσεχή Μάρτιο να παρουσιάσει μια ευρεία δέσμη παρεμβάσεων, μεταφέροντας την πίεση στην αντιπολίτευση. Τα κόμματα θα κληθούν να πάρουν καθαρές θέσεις σε ζητήματα που αγγίζουν μεγάλες κοινωνικές ομάδες, γνωρίζοντας ότι οι επιλογές τους θα αξιολογηθούν αυστηρά από το εκλογικό σώμα.
Κυβερνητικά στελέχη δεν κρύβουν ότι η θεσμική αυτή συζήτηση θα λειτουργήσει και ως πρόκριμα μετεκλογικών συνεργασιών, καθώς η στάση κάθε πολιτικής δύναμης στις μεταρρυθμίσεις θα αποτυπώσει με σαφήνεια το ιδεολογικό της αποτύπωμα.
Πώς λειτουργεί η διαδικασία της Αναθεώρησης
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η διαδικασία εξελίσσεται σε δύο φάσεις. Η προτείνουσα Βουλή –η σημερινή– αποφασίζει ποια άρθρα είναι αναθεωρητέα, ενώ η επόμενη Βουλή καθορίζει το περιεχόμενό τους. Μεσολαβούν εκλογές, ώστε οι πολίτες να συνεκτιμήσουν τις θέσεις των κομμάτων.
Αν ένα άρθρο κριθεί αναθεωρητέο με 180 ψήφους στην τρέχουσα Βουλή, τότε στην επόμενη απαιτούνται 151 ψήφοι για την αλλαγή του. Αντίθετα, εάν δεν συγκεντρωθεί τώρα η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5, τότε στην Αναθεωρητική Βουλή θα απαιτηθούν 180 ψήφοι, σε ένα μετεκλογικό τοπίο που προμηνύεται ιδιαίτερα ρευστό.
Τα βήματα στην προτείνουσα Βουλή
Έως τον Μάρτιο αναμένεται να κατατεθούν γραπτές προτάσεις Αναθεώρησης, υπογεγραμμένες από τουλάχιστον 50 βουλευτές, με πλήρη αιτιολογική έκθεση. Αμέσως μετά, ο Πρόεδρος της Βουλή των Ελλήνων θα καλέσει τα κόμματα να ορίσουν τους εκπροσώπους τους στη διακομματική Επιτροπή Αναθεώρησης, η οποία μέσα σε δύο έως τρεις μήνες θα υποβάλει την έκθεσή της στην Ολομέλεια.
Θα ακολουθήσουν δύο ονομαστικές ψηφοφορίες, με απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα μεταξύ τους. Αν ένα άρθρο δεν συγκεντρώσει τουλάχιστον 151 ψήφους και στις δύο, απορρίπτεται οριστικά.
Η επόμενη Αναθεωρητική Βουλή και οι πλειοψηφίες
Η Βουλή που θα προκύψει από τις εθνικές εκλογές θα συστήσει νέα Επιτροπή, η οποία θα επεξεργαστεί το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων. Η τελική απόφαση θα ληφθεί και πάλι με ονομαστική ψηφοφορία, με τις πλειοψηφίες να εξαρτώνται από το τι είχε συμβεί στην προτείνουσα Βουλή.
Το ζήτημα των πλειοψηφιών θεωρείται κομβικό, καθώς μπορεί να μπλοκάρει ή να επιταχύνει κρίσιμες θεσμικές αλλαγές, ανάλογα με τις πολιτικές ισορροπίες.
Ο «πονοκέφαλος» της Βουλής της μιας ημέρας
Επιπλέον συζητήσεις έχει προκαλέσει το ενδεχόμενο η επόμενη Αναθεωρητική Βουλή να διαλυθεί άμεσα, σε περίπτωση αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης. Ορισμένοι συνταγματολόγοι υποστηρίζουν ότι μια τέτοια «Βουλή της μιας ημέρας» θα μπορούσε να ακυρώσει τη διαδικασία της Αναθεώρησης, επικαλούμενοι το άρθρο 110 του Συντάγματος.
Σε κάθε περίπτωση, η Συνταγματική Αναθεώρηση αναμένεται να εξελιχθεί σε κορυφαίο πολιτικό διακύβευμα των επόμενων μηνών, με θεσμικές, ιδεολογικές και εκλογικές προεκτάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα στενά όρια της Βουλής.

