Συνάντηση Στ. Παπασταύρου με Chevron: Σεισμικές έρευνες νοτίως της Κρήτης έως το 2026 24/03/2026

Newsroom
4 Min Read

Στην επιτάχυνση των ερευνών υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, με στόχο τη διενέργεια σεισμικών ερευνών νοτίως της Κρήτης έως το τέλος του 2026, κατέληξε η συνάντηση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου και του υφυπουργού Νίκου Τσάφου με αντιπροσωπεία της Chevron στο Χιούστον.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο περιθώριο του συνεδρίου CERAWeek και εντάσσεται στην προσπάθεια επιτάχυνσης των ερευνών υδρογονανθράκων και προσέλκυσης μεγάλων ενεργειακών ομίλων, σε μια περίοδο που η Ευρώπη αναζητεί εναλλακτικές πηγές ενέργειας λόγω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

«Είχα μια ουσιαστική συνάντηση με την Chevron. Με τους αντιπροέδρους Κέβιν ΜακΛάχλαν και Γκάβιν Λιούις. Μετά την κύρωση των ενεργειακών συμφωνιών προχωρούμε άμεσα στην υλοποίηση τους. Θέσαμε σαφές χρονοδιάγραμμα και δρομολογήσαμε τις απαραίτητες ενέργειες έτσι ώστε να έχουμε τις σεισμικές έρευνες νοτίως της Κρήτης πριν το τέλος του 2026», σημείωσε ο κ. Παπασταύρου σε δήλωση στην ΕΡΤ.

Ο υπουργός Ενέργειας συνέδεσε τις ενεργειακές εξελίξεις με τη διεθνή συγκυρία, σημειώνοντας ότι «η κρίση στην Μέση Ανατολή επιβεβαιώνει εμφατικά την επιλογή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την άμεση ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων», ενώ πρόσθεσε ότι «η Ελλάδα βαδίζει σταθερά προς την ενεργειακή της αυτάρκεια στηριζόμενη στις δυνάμεις της και στον εθνικό της πλούτο».

«Με αυτοπεποίθηση αναβαθμίζουμε τον γεωπολιτικό μας ρόλο και οικοδομούμε ένα ενεργειακά ασφαλές μέλλον για την πατρίδα μας», κατέληξε ο κ. Παπασταύρου στην δήλωση του μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης.

Παπασταύρου στο CERΑWeek: Γεωτρήσεις στο Ιόνιο – Μπλόκο στον TurkStream με τον Κάθετο Άξονα

Παπασταύρου στο CERΑWeek: Γεωτρήσεις στο Ιόνιο

Ο ενεργειακός χάρτης βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στη διοργάνωση CERAWeek 2026 στις ΗΠΑ, όπου ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, ανέδειξε τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Ο υπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην επιτάχυνση των ερευνών και των επενδύσεων νότια του νησιού, σε συνεργασία με ενεργειακούς κολοσσούς όπως η ExxonMobil και η Chevron, επιδιώκοντας να μετατρέψει την Ελλάδα –και ειδικότερα την Κρήτη– σε νέο παραγωγικό πυλώνα φυσικού αερίου για την Ευρώπη.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην εξόρυξη, αλλά επεκτείνονται στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ενεργειακού οικοσυστήματος που θα συνδέει την παραγωγή με τη μεταφορά και τη διανομή φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Η γεωγραφική θέση της Κρήτης, σε συνδυασμό με τα πιθανά ενεργειακά της αποθέματα, την καθιστά στρατηγικό κρίκο στον σχεδιασμό του νέου ενεργειακού χάρτη, που αποσκοπεί στη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό αέριο και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.

Παράλληλα, ο υπουργός προωθεί τη διαμόρφωση ενός σταθερού και αξιόπιστου επενδυτικού περιβάλλοντος, ώστε να προσελκύσει διεθνή κεφάλαια και να διασφαλίσει την ταχεία υλοποίηση των έργων στην περιοχή. Η Κρήτη, μέσα από αυτές τις ενέργειες, μετατρέπεται από ένα γεωγραφικά απομονωμένο νησί σε βασικό ενεργειακό κόμβο, με προοπτική να συμβάλει καθοριστικά τόσο στην ελληνική οικονομία όσο και στη συνολική ενεργειακή στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνέντευξη Παπασταύρου στο Bloomberg: Ο ενεργειακός ανασχηματισμός της Ελλάδας

Σε συνέντευξή του στο Bloomberg ο υπουργός τόνισε μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα, επιδιώκει να βρεθεί στον πυρήνα αυτής της νέας αρχιτεκτονικής. Από τη μία πλευρά, επιταχύνει την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, έχοντας ήδη επιτύχει σημαντική μεταβολή του ενεργειακού της μείγματος. Από την άλλη, επανεκκινεί -με τη συμμετοχή διεθνών ενεργειακών κολοσσών όπως η ExxonMobil και η Chevron-την αξιοποίηση των εγχώριων υδρογονανθράκων, με ορίζοντα ακόμη και την ανάδειξη της χώρας σε παραγωγό φυσικού αερίου.

Σε συνέντευξή του στο Bloomberg, ο κ. Παπασταύρου ανέδειξε τον «ενεργειακό μετασχηματισμό» της Ελλάδας, σημειώνοντας ότι πλέον άνω του 55% της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, έναντι περίπου 65% από λιγνίτη το 2005. Όπως εξήγησε, η διαφοροποίηση αυτή λειτουργεί ως «ασπίδα» απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει πλήρως τους κινδύνους μιας παρατεταμένης διεθνούς κρίσης.

Share This Article