Τις οδυνηρές στιγμές που βίωσε η Ελλάδα στην μνημονιακή εποχή εξιστορεί η Άνγκελα Μέρκελ στα απομνημονεύματά της που κυκλοφόρησαν αυτήν την βδομάδα.
Η η «σιδηρά Κυρία» της ευρωζώνης, περιγράφει όλα τα στάδια αντιμετώπισης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνης, η οποία απείλησε υπαρξιακά την συνοχή της.
Αρχικά ανυποψίαστη, μετέχοντας τον Φεβρουάριο του 2010 σε μια άτυπη σύσκεψη στη βιβλιοθήκη Σολβέ, η τότε Γερμανίδα Καγκελάριος συνειδητοποιεί βαθμιαία, αλλά ταχύτατα το βαθμό επικινδυνότητας της δημοσιονομικής κατάστασης στην Ελλάδα, αλλά και την δραματική εξέλιξη της ευρωζώνης, σε περίπτωση που οι χώρες του Νότου κατέρρεαν, αναλαμβάνοντας τα ηνία των προγραμμάτων διάσωσης, τα οποία, όπως περιγράφει, οικοδομήθηκαν βήμα βήμα και σχεδόν… χειροποίητα, μέσα σε αεροπλάνα, αίθουσες συσκέψεων, εστιατόρια και… χώρους μακιγιάζ.
Angela Merkel criticized other world leaders in her much-anticipated autobiography — but did not include a word of self-reflection over her more controversial decisions. pic.twitter.com/rfPPJ0sN5K
— DW News (@dwnews) November 26, 2024
Με διαρκή μέσα της την αίσθηση του κατεπείγοντος, η Άνγκελα Μέρκελ περιγράφει τα μνημόνια ως την «ύστατη λύση», ενώ αναστοχάζεται, σχεδόν αυτοκριτικά, λέγοντας πως «είχα όμως δίκιο; Πράγματι δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις που απλώς δεν είχαμε επιλέξει; Ότι υπάρχουν πάντα εναλλακτικές λύσεις στη ζωή είναι βέβαιο». Με τα εμπόδια, ωστόσο, να εγείρονται τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και στο εγχώριο (γερμανικό) επίπεδο, η κυρία Μέρκελ επέλεξε να συνδυάσει την οικονομική βοήθεια με ένα πακέτο επώδυνων διαρθρωτικών αλλαγών. «Το μόνο αληθές είναι πως δεν ήμουν πρόθυμη να βοηθήσω την Ελλάδα προτού παρουσιάσει ένα αξιόπιστο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων» αναφέρει χαρακτηριστικά, κατονομάζοντας ως μοναδικό της σύμμαχο στην κυβέρνησή της τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αν και ο τελευταίος έπεσε λιπόθυμος, στο άκουσμα του ποσού που θα κατέβαλε η Γερμανία για το ελληνικό πρόγραμμα.
Μετά το τηλεφώνημα επέστρεψα στην αίθουσα της ολομέλειας και συνέχισα να παρακολουθώ τη συζήτηση, ενώ το μυαλό μου δούλευε εντατικά. Η συζήτηση θα συνεχιζόταν το βράδυ στις Βρυξέλλες, η διάσωση του ευρώ δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί – αυτό ήταν σαφές, όχι όμως και μια εφικτή λύση του προβλήματος. Δεν είχα τίποτα στα χέρια μου που θα μπορούσα –πόσο μάλλον θα όφειλα– να είχα γνωστοποιήσει στους βουλευτές πριν από την ψηφοφορία. Εκ των υστέρων ωστόσο, κάποιοι, ιδίως μέλη της αντιπολίτευσης, με κατηγόρησαν για απόκρυψη σημαντικών πληροφοριών από το κοινοβούλιο την Παρασκευή εκείνη. Όχι, δεν υπήρξε καμία απόκρυψη· το γεγονός ότι η Μπούντεσταγκ υιοθέτησε το πρωί ένα πρόγραμμα που το βράδυ στις Βρυξέλλες αποτελούσε κάτι σαν υποσημείωση στο περιθώριο ενός κειμένου εξέφραζε απλώς τη δυναμική της κατάστασης.»
Η αφήγηση – ποταμός της πρώην Γερμανίδας Καγκελάριου κορυφώνεται, όταν πλέον δημιουργείται το ευρωπαϊκό ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αλλά κλιμακώνεται απότομα στις Κάννες, οι οποίες οδήγησαν, όπως διαφάνηκε, στην παραίτηση του Γιώργου Παπανδρέου.
Αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει η Ευρώπη
«Η συνάντηση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ευρωζώνης στις Βρυξέλλες άρχισε γύρω στις 6.15 μ.μ. με προκαταρκτικές συζητήσεις σε μικρές ομάδες. Έγινε σαφές ότι τα διμερή δάνεια για άλλες μεμονωμένες χώρες δεν θα μπορούσαν να ανακόψουν τη διάχυση της κερδοσκοπικής δραστηριότητας. Όπως και στη χρηματοπιστωτική κρίση, έτσι και τώρα υπήρχε ανάγκη κάποιας μορφής μηχανισμού που θα βοηθούσε να τεθεί το πρόβλημα συνολικά υπό έλεγχο. Εν προκειμένω, για παράδειγμα, θα πρόσφερε τη δυνατότητα σε κάθε χώρα που αντιμετώπιζε δυσκολίες να έχει πρόσβαση σε βοήθεια. Ωστόσο, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια τέτοια κατασκευή. Συμφωνήσαμε μόνο ότι έπρεπε να δράσουμε γρήγορα. Τη Δευτέρα το πρωί, με το άνοιγμα των ασιατικών χρηματιστηρίων, έπρεπε τα πράγματα να έχουν ξεκαθαρίσει.
Κανονίσαμε να συναντηθούν οι υπουργοί Οικονομικών μας την Κυριακή 9 Μαΐου 2010, νωρίς το απόγευμα, στις Βρυξέλλες, για να επεξεργαστούν τις λεπτομέρειες. Ωστόσο, είχα επίσης επίγνωση της κατάστασης που επικρατούσε στον συνασπισμό μου και γνώριζα πόσο δύσκολο θα ήταν να αποφασίσουμε για περαιτέρω μέτρα διάσωσης. Την απόφαση αυτή δεν μπορούσα να την αφήσω στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε· έπρεπε να επιληφθώ εγώ προσωπικά. Ως το απόγευμα της Κυριακής έπρεπε να είναι σαφές ποιο θα ήταν το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν. Πώς θα το δια χειριστείς τώρα αυτό; σκέφτηκα. Από τις Βρυξέλλες δεν θα έχεις επιστρέψει πριν από τα μεσάνυχτα, το επόμενο πρωί πρέπει να μιλήσεις στην τελευταία προεκλογική εκδήλωση του CDU της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στο Πάντερμπορν και το μεσημέρι έχεις την υποδοχή του Καναδού πρωθυπουργού Στίβεν Χάρπερ. Ο Καναδάς είχε την προεδρία της G8. Το απόγευμα έχεις την πτήση για Μόσχα και την πρόσκληση του προέδρου Μεντβέντεφ να παραστείς στη στρατιωτική παρέλαση το πρωί της Κυριακής για τον εορτασμό της 65ης επετείου από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επιστρέφοντας στο Βερολίνο την Κυριακή, οι υπουργοί Οικονομικών θα συσκέπτονται ήδη στις Βρυξέλλες. Δεν έχεις περιθώριο ούτε να σκεφτείς το θέμα σε βάθος ούτε να ενημερώσεις έγκαιρα τον Σόιμπλε, αν σου έρθει κάποια έμπνευση για τη λύση του προβλήματος. Χρειαζόμουν χρόνο για να μιλήσω με τον Βάιντμαν και τον Κορσέπιους και να κάνω έναν σχεδιασμό για τις επόμενες κινήσεις μας. Μιας και το ταξίδι στη Μόσχα δεν μπορούσε να ακυρωθεί, η λύση ήταν μία: να με συνοδεύσουν στη Μόσχα οι δυο τους – πέρα από τον Ούλριχ Βίλχελμ και τον Κρίστοφ Χόισγκεν, που ήταν προγραμματισμένο να ταξιδέψουν μαζί μου έτσι κι αλλιώς. Έτσι, θα είχαμε χρόνο να κουβεντιάσουμε στη διάρκεια της πτήσης, αλλά και το βράδυ στη Μόσχα.
Στην πτήση της επιστροφής από τις Βρυξέλλες στο Βερολίνο συζήτησα τα πάντα και με τους δύο, οι οποίοι συμφώνησαν αμέσως, και με τη Σιμόν Λέμαν-Τσβίνερ, η οποία στη διάρκεια της νύχτας προσάρμοσε τα σχέδια για το ταξίδι στη Μόσχα. Το Σάββατο 8 Μαΐου 2010 το αεροσκάφος απογειώθηκε από το Βερολίνο στις 4.30 μ.μ. και στις 9.30 μ.μ. φτάσαμε στο ξενοδοχείο Baltschug Kempinski της Μόσχας. Το ξενοδοχείο αυτό, που εγκαινιάστηκε το 1992, ήταν το πρώτο νεόδμητο ξενοδοχείο πέντε αστέρων μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η Σιμόν Λέμαν-Τσβίνερ μάς είχε κρατήσει τραπέζι στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για το δείπνο. Το παράθυρο κοντά στο τραπέζι μάς πρόσφερε θέα στον ποταμό Μόσκοβα, στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βασιλείου και στο φωτισμένο Κρεμλίνο. Συνεχίσαμε τη συζήτηση που είχαμε αρχίσει στο αεροπλάνο, απολαμβάνοντας μοσχάρι στρογκανόφ.
Εξετάσαμε το θέμα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ποιες χώρες κινδύνευαν; Τι διάρκεια θα είχε η κρίση; Πρόσφεραν κάτι η πρόσφατη εμπειρία και οι πρωτοβουλίες μας για τη διάσωση των τραπεζών; Αφού σπάσαμε αρκετή ώρα, μάταια, το κεφάλι μας, αποσύρθηκε καθένας στο δωμάτιό του. Λύση δεν διαφαινόταν ακόμη καμιά. Το επόμενο πρωί συναντηθήκαμε για πρόγευμα στις 7.30 π.μ. Βαρύθυμη εμφανίστηκα στο τραπέζι· δεν ήξερα ακόμη ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα.
Ήρθε κι ο Βάιντμαν, χαιρέτησε την ομήγυρη και μας ανακοίνωσε πως έπειτα από πολλή σκέψη στη διάρκεια της νύχτας κατέληξε κάπου: είχε υπολογίσει τη συνολική αξία των κρατικών ομολόγων που έπρεπε να μετακυλίσουν τα επόμενα δύο χρόνια οι χώρες που απειλούνταν από την κερδοσκοπική δραστηριότητα, δηλαδή η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Κατά τη γνώμη του, έπρεπε να καταρτιστεί ένα πρόγραμμα διάσωσης που θα εξασφάλιζε ακριβώς αυτή την αξία. Κατέληξε σε ένα ποσό της τάξης των 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι χώρες θα αποκτούσαν πρόσβαση στον μηχανισμό διάσωσης μόνο αν δεσμεύονταν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό μου. Αυτή θα μπορούσε πράγματι να είναι η λύση. «Γενς, αυτό ακούγεται πράγματι λογικό» είπε ο Ούβε Κορσέπιους. Συμφωνήσαμε γρήγορα να συζητήσουμε την πρόταση του Βάιντμαν με βασικούς παράγοντες στην Ευρώπη και, κυρίως, με τον υπουργό Οικονομικών Σόιμπλε. Ζήτησα από τον Βάιντμαν να τηλεφωνήσει πρώτα στον Τρισέ, να μάθει αν θα συμφωνούσε. Έλαβα τη θετική απάντηση πριν κιόλας απ’ το ταξίδι μου στη Μόσχα. Είχα ακόμη χρόνο να τηλεφωνήσω στον Σόιμπλε. Έπειτα από έναν φευγαλέο αναστεναγμό λόγω του σοκ που του προκάλεσε το τεράστιο νούμερο των 750 δισ. ευρώ, συμφώνησε πως το σκεπτικό αυτό έβγαζε νόημα.
Ενώ εγώ παρακολουθούσα τη στρατιωτική παρέλαση στο Κρεμλίνο, ο Βάιντμαν και ο Κορσέπιους μιλούσαν στο τηλέφωνο με τους Γάλλους συναδέλφους τους και με το επιτελείο του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, τότε προέδρου του Eurogroup, καθώς και με τον Μπαρόζο και τον Βαν Ρομπέι. Στην πτήση της επιστροφής από τη Μόσχα στο Βερολίνο, μου είπαν ότι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για το σχέδιό μας. Από το Βερολίνο πλέον, τηλεφώνησα στον Νικολά Σαρκοζί πριν από την έναρξη της συνεδρίασης των υπουργών Οικονομικών και του ανακοίνωσα προσωπικά την πρότασή μας. Ο Σαρκοζί εξεπλάγη ευχάριστα. Σκέφτηκε, φαίνεται, πως η Γερμανία αποφάσισε επιτέλους να βάλει το χέρι στην τσέπη και υποσχέθηκε πως ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών θα υποστήριζε τον Σόιμπλε στις διαπραγματεύσεις. Λίγο αργότερα ο Βάιντμαν με ενημέρωσε τηλεφωνικά πως ο Σόιμπλε είχε ένα λιποθυμικό επεισόδιο και μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο των Βρυξελλών. Του είχε μεταφέρει τα νέα ο Γεργκ Άσμουσεν.
Απ’ ό,τι φάνηκε σύντομα, η κατάστασή του δεν ήταν απειλητική για τη ζωή του, όμως θα διανυκτέρευε στο νοσοκομείο. Ήταν η απόλυτη καταστροφή. Ποιος θα διαπραγματευόταν τώρα για λογαριασμό της Γερμανίας; Ο Άσμουσεν δεν θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Χρειαζόμουν μια πολιτική διάνοια που θα μπορούσε να πάρει τη θέση του Σόιμπλε. Έπειτα από σύντομη σκέψη, κατέληξα στο ότι μόνο ένα πρόσωπο ήταν κατάλληλο γι’ αυτή τη δουλειά: ο υπουργός Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ, ο οποίος είχε προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες ως επικεφαλής της ομοσπονδιακής καγκελαρίας στη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αυτόν μπορούσα να τον εμπιστευτώ απόλυτα.
Εξέθεσα στον Γκίντο Βεστερβέλε και τον υπουργό Οικονομικών του FDP Ράινερ Μπρίντερλε την προσέγγισή μου, καθώς και όσα ειπώθηκαν στη διάσκεψη στις Βρυξέλλες. Ο Μπρίντερλε, ο οποίος σύμφωνα με τους κανόνες εκπροσώπησης της γερμανικής κυβέρνησης έπρεπε εκείνος να εκπροσωπήσει τον Σόιμπλε, ήταν εμφανώς απογοητευμένος που δεν του το ζήτησα. Είχα απόλυτη κατανόηση για τον θυμό του, ήμουν ωστόσο και απολύτως βέβαιη πως είχα λάβει τη σωστή απόφαση. Οι ειδικές καταστάσεις απαιτούσαν ειδικά μέτρα, και αυτή ήταν μία τέτοια κατάσταση. Όσον αφορά το περιεχόμενο, και οι δύο συμφώνησαν με τη διαπραγματευτική γραμμή.
Γύρω στις έξι το απόγευμα εκείνη την Κυριακή έγινε σαφές ότι ο πρωθυπουργός του CDU Γιούργκεν Ρούτγκερς είχε χάσει τις εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, ένα σημαντικό πλήγμα τόσο για το CDU όσο και για το FDP, που συμμετείχαν από κοινού στη διακυβέρνηση του κρατιδίου. Τώρα, με αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα, χάσαμε και την πλειοψηφία μας στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Δεδομένη ήταν πλέον και η ματαίωση της αμφιλεγόμενης μεγάλης φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία αποτελούσε μέρος της συμφωνίας συνασπισμού τον Οκτώβριο του 2009. Όπως πάντα το βράδυ των εκλογών, συναντήθηκα με τους στενότερους συνεργάτες μου στον όγδοο όροφο της καγκελαρίας. Τον περισσότερο ωστόσο χρόνο μου τον πέρασα μιλώντας στο τηλέφωνο με τον Ντε Μεζιέρ – είτε δίπλα, στο δωματιάκι για το μακιγιάζ, είτε στο γραφείο μου στον έβδομο όροφο, ανεβοκατεβαίνοντας τις πίσω σκάλες.
Οι διαπραγματεύσεις με αντικείμενο το εύρος του πακέτου διάσωσης είχαν σύντομη διάρκεια. Τα πράγματα δυσκόλεψαν, όπως πάντα, όταν ήρθαν οι απαιτήσεις πρόσβασης στο πακέτο, η λεγόμενη αιρεσιμότητα. Ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών και της Φινλανδίας, ήθελαν να προσδιορίσουν επακριβώς τι έπρεπε να κάνουν οι δικαιούχοι χώρες προκειμένου να λάβουν τα χρήματα, ενώ άλλες δεν το θεωρούσαν ιδιαίτερα σημαντικό. Όπως και με το πρόγραμμα για την Ελλάδα, επρόκειτο πάλι για μέτρα λιτότητας και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, για παράδειγμα στην αγορά εργασίας.
Μετά τα μεσάνυχτα μου τηλεφώνησε στο κινητό μου τηλέφωνο ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι και προσπάθησε να με πείσει να συμφωνήσω στον μετριασμό των όρων υπαγωγής στον μηχανισμό διάσωσης. Ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών δεν τα είχε καταφέρει με τον Ντε Μεζιέρ, εγώ παρέμεινα επίσης αμετακίνητη. Λίγο μετά το άνοιγμα του χρηματιστηρίου του Τόκιο στις δύο το μεσημέρι (δική μας ώρα), οριστικοποιήθηκε το πακέτο διάσωσης ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα 440 δισ. θα προέρχονταν από διμερή δάνεια και εγγυήσεις των μελών της ευρωζώνης, με το μερίδιο της Γερμανίας να ανέρχεται σε 123 δισ. ευρώ. Για τον σκοπό αυτό θα δημιουργούνταν ένας οργανισμός ειδικού σκοπού, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), ο οποίος θα μπορούσε να χορηγεί δάνεια έκτακτης ανάγκης σε χώρες της ευρωζώνης υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η Επιτροπή θα διέθετε 60 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ΔΝΤ ήθελε να συμμετέχει με έως 250 δισεκατομμύρια ευρώ.
Το επόμενο πρωί πραγματοποιήθηκαν συνεδριάσεις του προεδρείου και της ομοσπονδιακής επιτροπής του CDU στον Οίκο Αντενάουερ, όπως πάντα τη Δευτέρα μετά τις κρατικές εκλογές. Πριν ακόμη αρχίσει η συνεδρίαση, εξήγησα στον Τύπο, στην καγκελαρία, την απόφαση που πάρθηκε την προηγούμενη νύχτα στις Βρυξέλλες. Στις τρεις το μεσημέρι ενημέρωσα τους προέδρους των κομμάτων και των κοινοβουλευτικών ομάδων των κομμάτων που εκπροσωπούνται στην Μπούντεσταγκ. Εννέα ημέρες αργότερα, στις 19 Μαΐου 2010, πραγματοποιήθηκε η πρώτη ανάγνωση του ΕΤΧΣ στην Μπούντεσταγκ.
Στη συνεδρίαση αυτή έκανα την ακόλουθη κυβερνητική δήλωση, τοποθετώντας την κατάσταση στο ιστορικό της πλαίσιο: «Η σημερινή κρίση του ευρώ είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία που έχει αντιμετωπίσει η Ευρώπη εδώ και δεκαετίες, και μάλιστα από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957». Στη συνέχεια περιέγραψα τη σημασία της απόφασής μας: «Η νομισματική ένωση είναι μια κοινότητα πεπρωμένων. Αυτά που διακυβεύονται κατά συνέπεια εδώ είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, η διατήρηση και η προάσπιση της ευρωπαϊκής ιδέας, την οποία έχουμε ιστορικό καθήκον να διαφυλάξουμε. Διότι, αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει η Ευρώπη». Τέλος, αναφέρθηκα σε αυτό που ήταν νομικά αναγκαίο και πολιτικά ορθό να αποτραπεί: «Συγκεκριμένα, υπήρχε η απειλή της πορείας προς μια ένωση αμοιβαίου διαμοιρασμού στο πλαίσιο της οποίας θα υπήρχε άμεση και δεσμευτική ευθύνη όλων για αποφάσεις που με δική τους ευθύνη αναλαμβάνουν τα επιμέρους κράτη μέλη». Συνέχισα την επιχειρηματολογία μου λέγοντας τα εξής: «Το τίμημα για τη στάση μας ήταν να μας επικρίνουν για διστακτικότητα ή για βραδύτητα. Όμως, κυρίες και κύριοι, η γερμανική κυβέρνηση είναι ευτυχής να πληρώσει αυτό το τίμημα, αν στο τέλος ληφθούν οι σωστές αποφάσεις». Στη συνέχεια εξήγησα και αιτιολόγησα τις θεμελιώδεις αρχές επάνω στις οποίες βασίσαμε τις αποφάσεις μας και επισήμανα τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις εντός της ευρωζώνης: δημοσιονομική εξυγίανση στα διάφορα κράτη-μέλη, μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δυνατότητες ομαλής κρατικής χρεοκοπίας, ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία, δυνατότητες εκκαθάρισης και αναδιάρθρωσης τραπεζών και φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Στις 21 Μαΐου 2010 η γερμανική Μπούντεσταγκ ενέκρινε τη νομοθετική δέσμη σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση και η Γερμανία υπέγραψε τη συμφωνία-πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις 7 Ιουνίου 2010, με ισχύ έως το τέλος του 2013. Τα δάνεια έκτακτης ανάγκης από το ΕΤΧΣ ήταν αναγκαία. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έκαναν χρήση, ενώ η Ισπανία έπρεπε να υποβάλει αίτηση για τη χρηματοδότηση των τραπεζών της το καλοκαίρι του 2012.
Το φθινόπωρο του 2011 η δανειοδοτική ικανότητα του ΕΤΧΣ αυξήθηκε, προκειμένου να είναι σε θέση να χορηγήσει τα προγραμματισμένα δάνεια ύψους 440 δισεκατομμυρίων ευρώ με την υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση. Και η Ελλάδα επωφελήθηκε από το ΕΤΧΣ και έλαβε ένα δεύτερο πρόγραμμα βοήθειας τον Δεκέμβριο του 2012.
Ο δρόμος προς τη συμφωνία για το πρόγραμμα αυτό ήταν στρωμένος με αγκάθια. Η Γερμανία είχε απαιτήσει τη συμμετοχή στο κόστος των ιδιωτών δανειστών της Ελλάδας μέσω ενός «κουρέματος» χρέους. Ο Σαρκοζί και ο Τρισέ φοβήθηκαν πως ένα τέτοιο βήμα θα κλόνιζε μόνιμα την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ευρωζώνη. Τελικά, συμφωνήσαμε σε ένα εθελοντικό «κούρεμα» εκ μέρους των πιστωτών· η σχετική συμφωνία υπεγράφη την άνοιξη του 2012.
Στο μεταξύ, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος αντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες στην εφαρμογή των υπεσχημένων μεταρρυθμίσεων στη χώρα του, αποφάσισε τον Οκτώβριο του 2011 να διενεργήσει δημοψήφισμα για το πακέτο λιτότητας – ένα σχέδιο που εγκατέλειψε γρήγορα: στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της G20 στις Κάννες της Γαλλίας, στις 3-4 Νοεμβρίου 2011, ο Μπαρόζο, ο Βαν Ρομπέι, ο Σαρκοζί κι εγώ του καταστήσαμε απολύτως σαφές ότι οι μεταρρυθμίσεις στη χώρα του ήταν αναπόφευκτες. Πολύ σύντομα ο Παπανδρέου παραιτήθηκε, μια μεταβατική κυβέρνηση ανέλαβε τα ηνία της χώρας, ενώ στη συνέχεια, μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2012, ο Αντώνης Σαμαράς ανέλαβε το αξίωμα του πρωθυπουργού.
The post Στα απομνημονεύματα της Μέρκελ το «ελληνικό δράμα»: Πώς έφτιαξε τα μνημόνια η λιποθυμία Σόιμπλε και το ερώτημα περί εναλλακτικών λύσεων appeared first on Newpost.gr.