
Η πολιτική αντιπαράθεση στον χώρο της Αριστεράς παίρνει πλέον προσωπικά χαρακτηριστικά, με παλιές σχέσεις και κοινές διαδρομές να μετατρέπονται σε δημόσιες συγκρούσεις. Το βράδυ της Τετάρτης, ο Νίκος Καρανίκας επανήλθε με νέα ανάρτηση, απαντώντας σε επικρίσεις που δέχθηκε από πρόσωπα με τα οποία στο παρελθόν συμπορεύτηκε, όπως η Έλενα Ακρίτα και ο Παύλος Πολάκης.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκαν τα επεισόδια στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν, με τον ίδιο να ξεκαθαρίζει ότι δεν υπερασπίζεται τον υπουργό Άδωνις Γεωργιάδης, αλλά καταδικάζει απερίφραστα τον προπηλακισμό ως πρακτική.
Ο Νίκος Καρανίκας κάνει λόγο για «παρακμιακούς αριστερούς», υποστηρίζοντας ότι επιχειρούν να δικαιολογήσουν τη βία αποδίδοντας ευθύνη στο ίδιο το πρόσωπο που δέχθηκε τις επιθέσεις. Παρομοιάζει μάλιστα αυτή τη λογική με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν κακοποιητές για να μεταθέσουν την ευθύνη στα θύματά τους, τονίζοντας ότι η πολιτική διαφωνία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ανοχή απέναντι στον εξευτελισμό ή τη βία.
Παράλληλα, αφήνει αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, ένα τμήμα της Αριστεράς αντιμετωπίζει την πολιτική δράση. Δηλώνει ότι παραμένει προσηλωμένος στις αξίες της ισότητας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας, απορρίπτοντας τόσο την ελιτίστικη θεώρηση της πολιτικής ως υπόθεσης «ειδικών» και «συμβουλίων σοφών», όσο και τη λογική της θεσμικής απαξίωσης ή της εσωτερικής υπονόμευσης.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν ταυτίζεται με την ηθικολογία, τις κραυγές και τη στοχοποίηση για λόγους εντυπώσεων, αλλά με την επιχειρηματολογία και τη συνδικαλιστική δράση – ακόμη κι αν, όπως σημειώνει, τα σωματεία έχουν χάσει μέρος της αξιοπιστίας τους. Υπογραμμίζει επίσης ότι σέβεται όσους δεν επιλέγουν τη σύγκρουση ως βασική στάση ζωής, απορρίπτοντας τον «φετιχισμό του αγώνα».
Αναφερόμενος σε όσους τον επικρίνουν, κάνει λόγο για φανατισμό και διαστρέβλωση των λεγομένων του, εκφράζοντας απογοήτευση επειδή –όπως γράφει– πρόκειται για ανθρώπους που υπήρξαν φίλοι και σύντροφοί του. Κατά την εκτίμησή του, όταν ο θυμός μετατρέπεται σε πολιτική πρακτική, τότε οδηγεί αναπόφευκτα στο μίσος και τελικά στην απαξίωση της ίδιας της πολιτικής.
Κλείνοντας, προειδοποιεί ότι η συλλήβδην ταύτιση των πολιτικών αντιπάλων με ακραίους χαρακτηρισμούς ακυρώνει κάθε δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου. Όπως σημειώνει, η υποκατάσταση της δημοκρατίας και των θεσμών από την εμπάθεια οδηγεί σε εκφυλισμό του πολιτικού λόγου. «Να μην επιτρέψουμε την παρακμή να επικρατήσει», καταλήγει, καλώντας σε αποτροπή μιας πορείας που –κατά την άποψή του– μετατρέπει την Αριστερά σε κλειστή και αποκρουστική σέχτα.

