Υπάρχει μια μεγάλη ειρωνεία στην ελληνική πολιτική σκηνή. Δύο πρώην πρωθυπουργοί, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Αλέξης Τσίπρας, που οικοδόμησαν σημαντικό μέρος της πολιτικής τους ανόδου πάνω στην αντίθεση προς τα μνημόνια, βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο συζητήσεων για νέους πολιτικούς σχηματισμούς. Και οι δύο είχαν υποσχεθεί μια διαφορετική πορεία για τη χώρα. Και οι δύο, όταν βρέθηκαν στην εξουσία, εφάρμοσαν πολιτικές στο πλαίσιο συμφωνιών με τους δανειστές.
Η ιστορική σύγκριση έχει όρια, καθώς οι δύο πολιτικοί ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές και κυβέρνησαν σε διαφορετικές συνθήκες. Ωστόσο, αναδεικνύει ένα κοινό και εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα, πόση από την παλιά αντιμνημονιακή τους επιρροή μπορεί να μετατραπεί σήμερα σε πραγματική εκλογική στήριξη;
Από τα Ζάππεια στην εφαρμογή του Μνημονίου
Ο Αντώνης Σαμαράς επένδυσε πολιτικά στην απόρριψη της αρχικής μνημονιακής συνταγής. Τα Ζάππειααποτέλεσαν το βασικό εργαλείο της αντιπολιτευτικής του στρατηγικής, με υποσχέσεις για διαφορετικό μείγμα οικονομικής πολιτικής, χαμηλότερους φόρους και ταχύτερη ανάκαμψη.
Τον Μάιο του 2011 υπερασπιζόταν δημόσια την επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, ενώ προέβαλλε το δικό του οικονομικό σχέδιο ως εναλλακτική απέναντι στην κυβερνητική πολιτική.
Αντώνης Σαμαράς: «Βλέπω σημάδια παρακμής στην Ελλάδα» – «Πρέπει να τελειώνουμε με τη σκέτη ισοπεδωτική νεοφιλελεύθερη διαχείριση»newpost.grΗ συνέχεια είναι γνωστή. Ο Σαμαράς στήριξε το δεύτερο Μνημόνιο πριν αναλάβει την πρωθυπουργία και, από τον Ιούνιο του 2012, η κυβέρνησή του προχώρησε στην εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής, υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν αναγκαία για να παραμείνει η χώρα στην ευρωζώνη.
Έτσι, η αντιμνημονιακή ρητορική της προηγούμενης περιόδου βρέθηκε αντιμέτωπη με τους όρους της διακυβέρνησης. Η πολιτική των δανειστών, την οποία είχε καταγγείλει, αποτέλεσε τελικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο άσκησε οικονομική πολιτική.
Ο Τσίπρας, το 61,31% και το τρίτο Μνημόνιο
Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η αντίφαση αποτυπώθηκε ακόμη πιο καθαρά στη δημόσια εικόνα της περιόδου. Ο πρώην πρωθυπουργός αναδείχθηκε ως ο βασικός εκφραστής της υπόσχεσης ότι η Ελλάδα μπορούσε να απαλλαγεί από τα μνημόνια χωρίς να συνεχίσει την ίδια πολιτική λιτότητας.
Η κορύφωση ήρθε στις 5 Ιουλίου 2015. Το 61,31% των ψηφισάντων απέρριψε την πρόταση των δανειστών στο δημοψήφισμα που είχε προκηρύξει ο ίδιος ο Τσίπρας. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η κυβέρνησή του κατέληξε σε συμφωνία για ένα τρίτο πρόγραμμα διάσωσης, το οποίο εγκρίθηκε από τη Βουλή τον Αύγουστο του 2015. Ο ίδιος παρουσίασε την επιλογή αυτή ως αναγκαίο συμβιβασμό, προκειμένου να αποφευχθεί η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ. Οι επικριτές του την αντιμετώπισαν ως ακύρωση της αντιμνημονιακής εντολής.
Tου Τσίπρα τού «ξίνισαν», τώρα, οι δημοσκοπήσεις και μπέρδεψε το ηλεκτρικό καλώδιο με το τηλεπικοινωνιακό, ο Άδωνις έκανε «ανέκδοτο» τον Σαμαρά, ο Δούκας ξαναχτύπησε το ΠΑΣΟΚ και ο Μητσοτάκης ζητά νέα «Συμφωνία Αλήθειας»newpost.grΚαι εδώ βρίσκεται το πολιτικό παράδοξο: ένας ηγέτης που είχε ζητήσει από τους πολίτες να απορρίψουν την πρόταση των πιστωτών βρέθηκε λίγο αργότερα να υπερασπίζεται μια νέα συμφωνία μαζί τους.
Δύο διαφορετικές διαδρομές, ένα κοινό ερώτημα αξιοπιστίας
Ο Σαμαράς δεν ταυτίστηκε με το «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος του 2015. Αντιθέτως, τότε τάχθηκε υπέρ του «ΝΑΙ». Το κοινό σημείο των δύο πρώην πρωθυπουργών βρίσκεται στην παλαιότερη αντιμνημονιακή πολιτική τους πορεία και στην απόσταση ανάμεσα στις αντιπολιτευτικές δεσμεύσεις και στις κυβερνητικές αποφάσεις. Αυτή η απόσταση είναι που επανέρχεται σήμερα.
Διότι το ζήτημα δεν είναι αν ο Αντώνης Σαμαράς ή ο Αλέξης Τσίπρας δικαιούνται να επιστρέψουν με νέο πολιτικό εγχείρημα. Προφανώς και δικαιούνται. Το ενδιαφέρον είναι τι διαφορετικό μπορούν να προτείνουν σε μια κοινωνία που έχει ήδη ζήσει τις κυβερνήσεις τους.
Ποιες από τις παλιές τους υποσχέσεις θεωρούν σήμερα λανθασμένες; Ποιες επιλογές υπερασπίζονται; Τι θα έκαναν διαφορετικά εάν αναλάμβαναν και πάλι κυβερνητικές ευθύνες;
Και κυρίως: Μπορεί ένα νέο κόμμα να αποκτήσει αξιοπιστία μόνο με την καταγγελία της σημερινής κυβέρνησης, όταν ο ιδρυτής του έχει υπάρξει πρωθυπουργός σα αυτό το κόμμα και στήριξε με όλες τις δυνάμεις του τον Κυριάκο Μηστοτάκη απέναντι στο «Καραμανλικό» μπλοκ; Δεν είναι υποκρισία για τον Αντώνη Σαμαρά να εμφανίζεται ως υπερασπιστής των «Καραμανλικών» αξιών;
Η δημοσκοπική συμπάθεια δεν είναι εκλογική επιταγή
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση που συχνά υποτιμάται. Οι δημοσκοπήσεις που εξετάζουν την πιθανότητα ψήφου σε ένα υποθετικό κόμμα δεν μετρούν κατ’ ανάγκην την τελική εκλογική του δύναμη. Άλλο να δηλώνει ένας πολίτης ότι βλέπει θετικά την επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού και άλλο να τον επιλέγει πίσω από το παραβάν. Άλλο να εκφράζει δυσαρέσκεια απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση ή στην αξιωματική αντιπολίτευση και άλλο να εγκαταλείπει την προηγούμενη κομματική του επιλογή.
Ακόμη περισσότερο, άλλο να διαθέτει ένας πολιτικός προσωπική αναγνωρισιμότητα και άλλο να οργανώσει μέσα σε λίγους μήνες ψηφοδέλτια, τοπικές οργανώσεις, στελέχη και ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.
Οι παλιές κομματικές σχέσεις μπορούν να προσφέρουν μια οργανωτική αφετηρία. Δεν εξασφαλίζουν, όμως, ότι οι πολίτες που ακολούθησαν κάποτε έναν ηγέτη θα τον ακολουθήσουν ξανά.
Η οργή μπορεί να δημιουργήσει κόμματα – Δεν αρκεί όμως για να κυβερνήσεις
Η ιστορία των μνημονιακών χρόνων απέδειξε ότι η κοινωνική οργή μπορεί να ανατρέψει πολιτικούς συσχετισμούς, να αναδείξει νέους πρωταγωνιστές και να μεταβάλει ριζικά τον κομματικό χάρτη. Απέδειξε όμως και κάτι ακόμη, ότι η κατάκτηση της εξουσίας δεν καταργεί αυτομάτως τους οικονομικούς περιορισμούς, τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις ή τις δύσκολες κυβερνητικές αποφάσεις.
Ο Σαμαράς επικαλέστηκε την ανάγκη σταθεροποίησης της χώρας. Ο Τσίπρας την ανάγκη αποφυγής μιας καταστροφικής ρήξης. Και οι δύο υποστήριξαν ότι οι επιλογές τους επιβλήθηκαν από τις συνθήκες.
Αυτές οι εξηγήσεις αποτελούν μέρος της ιστορικής αποτίμησης. Δεν απαντούν όμως από μόνες τους στο ερώτημα της απόστασης ανάμεσα στις υποσχέσεις και στο αποτέλεσμα. Και αυτό είναι το δύσκολο πολιτικό ερώτημα που συνοδεύει σήμερα τις συζητήσεις για ενδεχόμενες νέες κομματικές πρωτοβουλίες των δύο πρώην πρωθυπουργών.
Δεν αρκεί να εξηγήσουν γιατί διαφωνούν με τους σημερινούς κυβερνώντες. Χρειάζεται να εξηγήσουν γιατί οι πολίτες πρέπει να πιστέψουν ότι αυτή τη φορά οι υποσχέσεις τους θα έχουν διαφορετική κατάληξη.
Γιατί ο Αντώνης Σαμαράς και ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζονται για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή. Έχουν κυβερνήσει, έχουν λάβει αποφάσεις και έχουν αφήσει πίσω τους ένα συγκεκριμένο πολιτικό αποτύπωμα.
Και το αποτύπωμα αυτό δεν σβήνει με την ανακοίνωση ενός νέου κόμματος ούτε με ένα νέο σύνθημα. Το πραγματικό τεστ δεν είναι αν μπορούν να συγκεντρώσουν ξανά τη δυσαρέσκεια. Είναι αν μπορούν να πείσουν ότι έχουν διδαχθεί από τη δική τους διακυβέρνηση.


