Την ίδια ημέρα που η Eurostat ανακοίνωνε ότι ο πληθωρισμός στη χώρα μας σημείωσε μικρή αύξηση τον Οκτώβριο (3,2% έναντι 3,1% τον Σεπτέμβριο και 3% τον Ιούλιο) ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναλάμβανε στο υπουργικό συμβούλιο ότι στόχος της κυβέρνησής του είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ με ορίζοντα το 2027. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό.
Στα τέλη Μαρτίου και πάλι σε υπουργικό συμβούλιο επ ευκαιρία της αύξησης του κατώτατου στα 830 ευρώ, δεσμεύτηκε ότι ο στόχος της κυβέρνησής του είναι:” το 2027 ο μέσος μισθός στην πατρίδα μας να είναι 1.500 ευρώ και ο κατώτατος μισθός στα 950 ευρώ”. Προχθές, πάλι, κατά τα εγκαίνια των νέων εγκαταστάσεων της ΑΑΔΕ υποσχέθηκε μειώσεις φόρων το 2027.
Το 2027 δεν είναι μία τυχαία χρονιά για τον κ. Μητσοτάκη. Θεωρητικώς συμπίπτει με την λήξη της θητείας της δεύτερης κυβέρνησής του. Πολλοί διερωτώνται γιατί ο πρωθυπουργός αισθάνεται την ανάγκη να υπόσχεται μέτρα τα οποία έχει συμπεριλάβει στο κυβερνητικό του πρόγραμμα αλλά δεν πρόκειται να ψηφιστούν και εφαρμοστούν άμεσα; Κάποιοι συνδέουν τις ανακοινώσεις του-εν είδει υπενθυμίσεων- με τις χαμηλές δημοσκοπικές πτήσεις της Νέας Δημοκρατίας.
Θεωρούν ότι το Μέγαρο Μαξίμου επιθυμεί να φρενάρει την δημοσκοπική του πτώση σε μία χρονική στιγμή που το ΠΑΣΟΚ δείχνει τουλάχιστον προς το παρόν να ανεβαίνει δημιουργώντας προϋποθέσεις περαιτέρω αύξησης των ποσοστών του. Δείχνουν όμως και κάτι άλλο οι μετρήσεις της κοινής γνώμης.
Η πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας Marc για παράδειγμα κατέδειξε ότι οι απώλειες της ΝΔ προς το ΠΑΣΟΚ είναι της τάξης του 6,8%. Δεν είναι τεράστιες αλλά ούτε και αμελητέες. Αυτό που ανησυχεί πλέον την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η πιθανότητα να περιορίσει το ΠΑΣΟΚ τη διαφορά με τη ΝΔ σε σημείο που να ακυρώσει τη μέχρι πρότινος πειστική επιχειρηματολογία της κυβέρνησης πως “δεν υπάρχει αντιπολίτευση” επομένως να περιορίσει την αίσθηση στην κοινωνία ότι το κυβερνών κόμμα είναι κυρίαρχο και μπορεί να παίζει μπάλα μόνο του.
Η κίνηση του Νίκου Ανδρουλάκη να ορίσει την Άννα Διαμαντοπούλου ως επικεφαλής του πολιτικού σχεδιασμού της ΝΔ δεν έγινε για να υποδηλώσει ότι το ΠΑΣΟΚ θα κινηθεί λίγο πιο δεξιά αλλά για να προσελκύσει ψηφοφόρους του κέντρου που ακόμη δεν τούς πάει καρδιά να στραφούν προς τη Χαριλάου Τρικούπη, όμως τούς προσφέρει μια προοπτική ασφάλειας ότι δεν θα ψηφίσουν κάτι πολύ διαφορετικό από τη ΝΔ του κ. Μητσοτάκη.
Τα πρώτα δείγματα μετά την επανεκλογή του κ. Ανδρουλάκη φανερώνουν ότι δεν θέλει να υπαινιχθεί ότι θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη ΝΔ. Εξ αυτού του λόγου ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ που εξακολουθεί να μεταθέτει τη συνάντησή του με τον Κ. Μητσοτάκη τονίζει ότι στόχος του κόμματός του είναι η νίκη στις επόμενες εκλογές. Η στάση του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να είναι, λένε έμπειρα στελέχη όλων των πολιτικών χώρων, ένα στοιχείο που θα επηρέαζε τις αποφάσεις του κ. Μητσοτάκη σε σχέση με την πιθανότητα αλλαγής του εκλογικού Νόμου. Με τα σημερινά δεδομένα αυτοδυναμία δεν μπορεί να υπάρξει για κανέναν. Εάν το ΠΑΣΟΚ επιμείνει στην ίδια γραμμή τότε το Μαξίμου είτε θα πρέπει να δημιουργήσει συνθήκες μετεκλογικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ κάτι που για τον κ. Ανδρουλάκη θα ήταν μάλλον καταστροφικό ή θα πρέπει να αλλάξει εγκαίρως τον εκλογικό Νόμο προσβλέποντας παράλληλα και σε μία αδυναμία της Χαριλάου Τρικούπη να αποκτήσει δυναμική ανατροπής. Τίποτα δεν θα αργήσει να φανεί. Ήδη το Μέγαρο Μαξίμου φροντίζει να φέρνει το 2027 στο 2024.
The post Πρωθυπουργικές υποσχέσεις με ορίζοντα το 2027: Το ΠΑΣΟΚ στο προσκήνιο και μια εκλογική στρατηγική ξαναγράφεται appeared first on Newpost.gr.