
Με μια εμπεριστατωμένη νομική, πολιτική και ιστορική ανάλυση τοποθετήθηκε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκόπιος Παυλόπουλος, στο ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Μιλώντας την Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2026, σε εκδήλωση του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού με τίτλο «Αποζητώντας το Γλυκό Φως του Ομήρου», ο κ. Παυλόπουλος ανέδειξε την πρώιμη, αλλά καταλυτική συμβολή του Λόρδου Βύρωνα στη διεθνοποίηση του αιτήματος και απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σενάριο που εμπεριέχει την έννοια του «δανεισμού» από το Βρετανικό Μουσείο.
Ο ελιγμός του Βρετανικού Μουσείου και ο κίνδυνος του δανεισμού
Στον πρόλογο της ομιλίας του, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας τόνισε ότι η απαίτηση της Ελλάδας γίνεται ολοένα και περισσότερο κατανοητή σε διεθνή κλίμακα. Αντιλαμβανόμενο την προϊούσα απομόνωσή του, το Βρετανικό Μουσείο προσπαθεί, σύμφωνα με τον ίδιο, να διαφύγει «με δήθεν συμβιβαστικές προτάσεις».
«Προτάσεις, οι οποίες όμως κατά βάθος και κατ’ ουσία έχουν ως στόχο να μας παγιδεύσουν, μέσω χονδροειδώς κατασκευασμένων και συγκεκαλυμμένων μορφών δανειακών συμβάσεων, στο να αποδεχθούμε την επί των Γλυπτών του Παρθενώνα εν πάση περιπτώσει “νόμιμη” κυριότητα του Βρετανικού Μουσείου», υπογράμμισε χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, ξεκαθάρισε πως η Ελλάδα οφείλει να απορρίπτει τέτοια τεχνάσματα «δίχως ίχνος υπαναχωρήσεων και υποχωρήσεων».
Όπως εξήγησε νομικά, οποιαδήποτε αποδοχή μεθόδου δανεισμού (είτε μέσω δανείου είτε μέσω χρησιδανείου) θα σήμαινε προηγούμενη αποδοχή της Ελλάδας ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι νόμιμος κύριος των Γλυπτών.
Ο Ρομαντισμός, η Εθνεγερσία και η πολεμική του Λόρδου Βύρωνα
Κεντρικό άξονα της ομιλίας αποτέλεσε η μορφή του Λόρδου Βύρωνα (George Gordon Byron), τον οποίο ο κ. Παυλόπουλος χαρακτήρισε ως «αυθεντικό εκφραστή του γενικότερου, πρώιμου, Φιλελληνικού Ρομαντισμού».
Αναλύοντας το γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής, ο ομιλητής ανέφερε πως, σε αντίθεση με τον συντηρητισμό του Διαφωτισμού, ο Ρομαντισμός λειτούργησε ως ένα γνήσιο επαναστατικό κίνημα που στήριξε το όραμα του Έθνους-Κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Λόρδος Βύρων ενέπνευσε το φιλελληνικό ρεύμα μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826), το οποίο με τη σειρά του οδήγησε τις Μεγάλες Δυνάμεις στην απόφαση για την ίδρυση του νεότερου Ελληνικού Κράτους.
Εστιάζοντας στο ζήτημα της κλοπής των Γλυπτών, ο κ. Παυλόπουλος υπενθύμισε ότι ο Λόρδος Βύρων ήταν ο πρώτος Βρετανός που κατήγγειλε με σφοδρότητα τον Λόρδο Έλγιν, μόλις επτά χρόνια μετά την πράξη του. Το έπραξε μέσω δύο ιστορικών ποιημάτων: του «Προσκυνήματος του Τσάιλντ Χάρολντ» (1812) και της «Κατάρας της Αθηνάς» (1812).
Ο ομιλητής στάθηκε ιδιαίτερα στο ανύπαρκτο, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά, οθωμανικό (σουλτανικό) φιρμάνι. Ο Λόρδος Έλγιν δεν διέθετε το απαιτούμενο επίσημο έγγραφο με το μονόγραμμα («tuğra») του Σουλτάνου, αλλά μια επιστολή-άδεια του αναπληρωτή Βεζίρη, της οποίας η γνησιότητα ουδέποτε αποδείχθηκε.
Οι παγκόσμιες συνηγορίες: Kenneth Clark, Rodin και André Malraux
Στο δεύτερο μέρος της παρέμβασής του, ο κ. Παυλόπουλος αναφέρθηκε στους διεθνείς υποστηρικτές της ελληνικής διεκδίκησης που ακολούθησαν το πνεύμα του Λόρδου Βύρωνα, πολύ πριν ξεκινήσει η επίσημη κρατική εκστρατεία από τη Μελίνα Μερκούρη το 1984:
-
Τον Λόρδο Kenneth Clark: Το 1943, ο σπουδαίος Βρετανός ιστορικός τέχνης, σε επιστολή του, τάχθηκε υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών, προτείνοντας μάλιστα να πληρώσει η βρετανική κυβέρνηση την ανέγερση ενός νέου μουσείου στην Αθήνα.
-
Τον Γάλλο γλύπτη Auguste Rodin: Όπως είχε διασώσει ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, ο Rodin, βλέποντας τα γλυπτά στο Λονδίνο, είχε δηλώσει πως «Όλα τα ηλεκτρικά φώτα δεν θα τα εμποδίσουν ν’ αποζητούν αδιάκοπα το γλυκό φως του Ομήρου».
-
Τον André Malraux: Το 1959, στην πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης, ο Γάλλος Υπουργός Πολιτισμού εκφώνησε έναν μνημειώδη λόγο, αποθεώνοντας τη μοναδικότητα του Παρθενώνα ως συμβόλου του Παγκόσμιου Πολιτισμού.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Προκόπιος Παυλόπουλος επανέλαβε πως η Ελλάδα οφείλει να αναδεικνύει διαρκώς το «στίγμα του κλεπταποδόχου» που φέρει το Βρετανικό Μουσείο, απορρίπτοντας κάθε οπισθοδρόμηση και συμβιβασμό που θα νομιμοποιούσε το «ειδεχθές πολιτισμικό έγκλημα» του Λόρδου Έλγιν.

