Πώς ένα σαρδάμ γίνεται τοξικότητα και πολιτικό μίσος

Newsroom
7 Min Read

Γράφει ο Δημήτρης Τάκης 

Μπορεί ένα lapsus linguae που ένιωσε την ανάγκη ο ομιλων να διορθώσει ή  ένα λάθος στην διατύπωση μιας ημερομηνίας να οδηγήσει σε ορυμαγδό σχολίων στο διαδύκτιο, τοξικότητα και πολιτικό μίσος; Φαίνεται πως στην εποχή των social media όλα είναι δυνατά ιδίως όταν το λάθος προέρχεται από πρόσωπο που αρέσει σε κάποιους  να πετροβολούν

Αυτό ακριβώς συνέβη μετά τη δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για την 25η Μαρτίου, όταν ένα σαρδάμ στην ημερομηνία προσάρτησης της Θεσσαλίας στην Ελλάδα,  όπου αντί για 1821 ειπώθηκε το 1981 και μια ατυχής επανεκκίνηση μπροστά στις κάμερες ξέφυγαν αμέσως από τη σφαίρα του στιγμιαίου λάθους και μετατράπηκαν σε πρώτη ύλη για διαδικτυακή ειρωνεία, κομματική εκμετάλλευση και νέο γύρο πολιτικού φανατισμού. Το επεισόδιο δεν έμεινε στα social media ως ένα απλό αστείο της ημέρας. Πολύ γρήγορα εντάχθηκε και στην κομματική αντιπαράθεση, με το ΠΑΣΟΚ να αξιοποιεί το viral στιγμιότυπο σε βίντεο για το συνέδριό του, πατώντας ακριβώς πάνω στη σύγχυση ανάμεσα στο 1821 και το 1981.

Ενδιαφέρον πάντως είναι και το γεγονότος ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς που χλεύασαν τον Κώστα Τασούλα για την αναφορά στο 1981 αντί του 1881  αν είχαν ερωτηθεί δεν θα ήξεραν καν τι συνέβη το 1821 .

Ας επιστρέψουμε όμως στην αξιοποίηση του σαρδάμ. Στη σημερινή πολιτική επικοινωνία, το σαρδάμ δεν είναι πια απλώς ένα λεκτικό ατύχημα. Γίνεται αμέσως πολιτικό γεγονός. Στο παρελθόν, τέτοια λάθη προκαλούσαν ειρωνικά σχόλια, σάτιρα, ίσως μια πρόσκαιρη αμηχανία. Σήμερα, όμως, μέσα σε λίγα λεπτά μετατρέπονται σε βίντεο, meme, συνθήματα, λεζάντα, χλευασμό και τελικά σε όχημα για ευρύτερες αξιολογικές κρίσεις: όχι μόνο «είπε κάτι λάθος», αλλά «είναι ανεπαρκής», «είναι γελοίος», «δεν κάνει για τον ρόλο». Το λεκτικό ολίσθημα δεν κρίνεται πλέον ως μια ανθρώπινη στιγμή. Δικάζεται σαν τεκμήριο πολιτικής και ηθικής αποτυχίας.

Η ελληνική πολιτική έχει ξαναζήσει ανάλογες στιγμές. Στο παρελθόν ο Κώστας Σημίτης πολύ περισσότερο αλλά και ο Μιλτιάδης Έβερτ είχαν συνδεθεί με λεκτικά ατοπήματα. Από το Καρδίτσα Καρδίτσα του Μιλτιάδη έως το περίφημο «Είναι μακέτο τούτο το έργο;» του Κώστα Σημίτη τα λεκτικά λάθη χρησιμοποιήθηκαν σαν σύμβολα όχι απλώς μιας στιγμής αστοχίας, αλλά ενός ολόκληρου στυλ εξουσίας.

Τα σαρδάμ του Κώστα Σημίτη μάλιστα πολλές φορές είχα λειτουργήσει ως χαρακτηριστικά μιας αντίληψη περί πολιτικής που κατηγορούνταν τότε ως υπερβολικά τεχνοκρατική, απόμακρη ή επικοινωνιακή. Αυτό έχει σημασία, διότι δείχνει πως τα σαρδάμ ποτέ δεν ήταν πολιτικά ουδέτερα. Πάντα αποτελούσαν ευκαιρία για συμβολική συμπύκνωση. Απλώς τότε το φαινόμενο εξελισσόταν πιο αργά περνούσε μέσα από πιο παραδοσιακά φίλτρα και είχε όρια.

Το ΠΑΣΟΚ… τρολάρει τον Κωνσταντίνο Τασούλα: Η «Επανάσταση του 1981» και το επερχόμενο συνέδριο

Η μεγάλη διαφορά του σήμερα είναι η δομή της δημόσιας σφαίρας. Η εποχή της τηλεόρασης, των εφημερίδων και των βραδινών σατιρικών εκπομπών είχε σκληρότητα, αλλά είχε και ρυθμό. Υπήρχε χρόνος ανάμεσα στο γεγονός και στη μαζική αναπαραγωγή του. Υπήρχαν συντάκτες, παρουσιαστές, μοντάζ, κάποια στοιχειώδη όρια. Στη σημερινή ψηφιακή σκηνή αυτά τα φρένα έχουν χαλαρώσει θεαματικά. Η λογική των πλατφορμών ανταμείβει ό,τι είναι σύντομο, αιχμηρό, συναισθηματικά φορτισμένο και εύκολα ανακυκλώσιμο. Ενα σαρδάμ είναι το ιδανικό υλικό: χωρά σε λίγα δευτερόλεπτα, γίνεται εύκολα κατανοητό, δεν χρειάζεται συμφραζόμενα και προσφέρει άμεση συναισθηματική απόδοση.

Από εκεί και πέρα, μπαίνει στο παιχνίδι ο αλγόριθμος. Και εδώ το ζήτημα παύει να είναι επικοινωνιακό και γίνεται βαθιά πολιτικό. Το Brookings Institution είναι ένα από τα πιο γνωστά και επιδραστικά αμερικανικά think tanks έρευνας και ανάλυσης δημόσιας πολιτικής επισημαίνει ότι η αρνητικότητα και η ηθική αγανάκτηση ευνοούν το λεγομενο viral και ότι οι πλατφόρμες τείνουν να προωθούν περιεχόμενο εχθρικό απέναντι στην «άλλη πλευρά». Με απλά λόγια, το σύστημα δεν αμείβει τόσο την ψύχραιμη παρατήρηση όσο την οργισμένη ή χλευαστική αντίδραση. Ετσι, ένα λεκτικό λάθος δεν ταξιδεύει στο διαδίκτυο ως απλή πληροφορία. Ταξιδεύει ως πυροκροτητής συναισθήματος. Και επειδή το συναίσθημα που κινητοποιεί περισσότερο είναι συχνά η περιφρόνηση, το σαρδάμ γίνεται αφετηρία για κάτι σκοτεινότερο, για την απογύμνωση του αντιπάλου από κάθε στοιχείο σοβαρότητας και αξιοπρέπειας.

Εδώ ακριβώς γεννιέται και η τοξικότητα. Οχι στη σάτιρα, που είναι θεμιτό και συχνά υγιές στοιχείο της δημοκρατίας. Αλλά στη μετάβαση από τη σάτιρα στην αποανθρωποποίηση. Οταν το πλήθος δεν γελά απλώς με το λάθος, αλλά αντλεί από αυτό άδεια για χλεύη χωρίς όρια, για επιθετικότητα, για σωρευτική περιφρόνηση. Στην πολιτική σφαίρα αυτό μεταφράζεται σε έναν μηχανισμό όπου το αστείο διαρκεί δέκα λεπτά, αλλά το αποτύπωμα της διαπόμπευσης κρατά πολύ περισσότερο. Το πρόσωπο δεν θυμίζει πια πολιτικό. Θυμίζει meme. Και όταν ο αντίπαλος γίνεται μόνο meme, η πολιτική συζήτηση έχει ήδη χάσει ένα μέρος της δημοκρατικής της σοβαρότητας.

Το ανησυχητικό είναι ότι αυτός ο μηχανισμός δεν τροφοδοτείται μόνο από ανώνυμους λογαριασμούς ή από τις γνωστές ψηφιακές συμμορίες του χλευασμού. Τροφοδοτείται πια και από οργανωμένους πολιτικούς παίκτες, που αντιλαμβάνονται ότι το viral προσφέρει μερικές φορές μεγαλύτερη απόδοση από την ουσία. Το πρόσφατο παράδειγμα με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας έδειξε ακριβώς αυτό. Ενα ατυχές στιγμιότυπο δεν έμεινε στην περιοχή του διαδικτυακού σχολίου, αλλά μπήκε σε συνειδητή επικοινωνιακή αξιοποίηση. Πολιτικά, αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Οχι ότι έγιναν αστεία. Αλλά ότι το πολιτικό σύστημα δείχνει όλο και πιο πρόθυμο να υποκαταστήσει την αντιπαράθεση επιχειρημάτων με την εμπορία στιγμιαίων αδυναμιών.

Κάπως έτσι, το σαρδάμ γίνεται καθρέφτης μιας πιο βαθιάς παθολογίας. Οχι της γλώσσας των πολιτικών, αλλά της γλώσσας του δημόσιου χώρου. Σε μια εποχή όπου η προσοχή είναι νόμισμα και η οργή αποδίδει, το ανθρώπινο λάθος μετατρέπεται εύκολα σε ψηφιακή ανθρωποφαγία. Και αυτό δεν λέει μόνο κάτι για εκείνον που μπερδεύτηκε μπροστά στην κάμερα. Λέει κυρίως κάτι για το πως διαμορφώνεται η πολιτική κουλτούρα στην εποχή του αργόριθμου. Γίνεται μια πολιτική κουλτούρα που αντί να διορθώνει, διαπομπεύει, αντί να σατιρίζει με μέτρο, εξοντώνει συμβολικά και αντί να αντιπαρατίθεται με επιχειρήματα, συχνά βολεύεται να κυβερνά ή να αντιπολιτεύεται μέσω meme. Το σαρδάμ, τελικά, δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η ευκολία με την οποία η δημοκρατική αντιπαράθεση γλιστρά από το λάθος στην τοξικότητα και από την τοξικότητα στο πολιτικό μίσος.

Share This Article