
Στο Μέγαρο Μαξίμου αντιμετωπίζουν το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ως ένα καθαρά πολιτικό γεγονός, πολύ περισσότερο από μια εσωκομματική διαδικασία, διατηρώντας τη σταθερή θέση ότι δεν σχολιάζουν τα εσωτερικά άλλων κομμάτων. Για την κυβέρνηση, το βασικό συμπέρασμα δεν αφορά την οργανωτική εικόνα της Χαριλάου Τρικούπη, αλλά το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμψε η ηγεσία του κόμματος για την επόμενη ημέρα και κυρίως για το ζήτημα των κυβερνητικών συνεργασιών. Η κυβερνητική πλευρά επιχειρεί, σύμφωνα με πληροφορίες, να αξιοποιήσει το συνέδριο για να στηρίξει από τώρα το βασικό αφήγημα με το οποίο θα πορευτεί προς τις επόμενες εκλογές.
Το βασικό επιχείρημα του Μαξίμου
Σύμφωνα με την κυβερνητική ανάγνωση, το ΠΑΣΟΚ μέσα από το συνέδριό του έδωσε καθαρή απάντηση μόνο σε ένα ερώτημα. Με ποιον δεν θέλει να κυβερνήσει. Αντιθέτως, κατά την ίδια προσέγγιση, δεν έδωσε πειστική απάντηση στα δύο κρίσιμα ερωτήματα που θέτει κάθε πολίτης σε ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία. Με ποιους θα κυβερνήσει και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Εκεί ακριβώς εστιάζει η κριτική της κυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ, λέει το Μαξίμου, επιλέγει τη γραμμή της απόρριψης χωρίς να παρουσιάζει με καθαρό τρόπο μια ολοκληρωμένη πρόταση διακυβέρνησης. Με αυτή τη λογική, η κυβέρνηση προσπαθεί να το εμφανίσει ως κόμμα που επενδύει πολιτικά στην άρνηση, χωρίς να έχει ακόμη απαντήσει πειστικά στο ζήτημα της κυβερνησιμότητας.
Η πίεση προς τον Ανδρουλάκη
Η δεύτερη διάσταση της κυβερνητικής γραμμής αφορά προσωπικά τον Νίκο Ανδρουλάκη. Στην κυβέρνηση θεωρούν ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια ποια είναι η στρατηγική του για την επόμενη μέρα των εκλογών. Από τη στιγμή που αποκλείει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, το ερώτημα που θέτει το Μαξίμου είναι με ποιους συνομιλητές φαντάζεται μια εναλλακτική κυβερνητική λύση.
Πρόκειται για μια εμφανή προσπάθεια πολιτικής πίεσης. Η κυβέρνηση θέλει να αναγκάσει το ΠΑΣΟΚ να μιλήσει πιο ανοιχτά για τα μετεκλογικά σενάρια. Στόχος είναι να χάσει το ΠΑΣΟΚ το πλεονέκτημα της πολιτικής ασάφειας και να βρεθεί μπροστά σε δύσκολα ερωτήματα για πιθανούς συμμάχους, ισορροπίες και προγραμματικές συγκλίσεις.
Η αναφορά στη «γραμμή Δούκα»
Ξεχωριστή σημασία έχει για την κυβέρνηση η ερμηνεία ότι μέσα στο συνέδριο επικράτησε η πιο σκληρή γραμμή απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Η αναφορά ότι «πέρασε η γραμμή Δούκα» δεν είναι τυχαία. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να δείξει ότι το συνέδριο δεν ενίσχυσε την εικόνα πολιτικής ευελιξίας του ΠΑΣΟΚ, αλλά αντίθετα το οδήγησε σε μια θέση που, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, ενισχύει τον κίνδυνο αδιεξόδου.
Το αφήγημα της σταθερότητας
Πίσω από την επίθεση στο ΠΑΣΟΚ βρίσκεται το κεντρικό πολιτικό σχέδιο της κυβέρνησης. Η Νέα Δημοκρατία θέλει να εμφανίζεται ως η μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερή διακυβέρνηση. Για αυτό επαναφέρει σταθερά τη θέση της αυτοδυναμίας, συνδέοντάς την με την ανάγκη να υπάρχει καθαρή λύση για τη χώρα χωρίς παρατεταμένες διαπραγματεύσεις και θολές ισορροπίες.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση φροντίζει να αφήνει ανοιχτό και ένα δεύτερο επίπεδο επιχειρηματολογίας. Επαναλαμβάνει ότι επιδιώκει αυτοδυναμία, όμως επιμένει ότι η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση. Με αυτό το σχήμα επιδιώκει να δείξει ότι βάζει πάνω από όλα τη σταθερότητα, σε αντίθεση με μια αντιπολίτευση που, όπως υποστηρίζει, δείχνει να αποδέχεται ευκολότερα το ενδεχόμενο ακυβερνησίας.
Στην ουσία, η κυβέρνηση διαβάζει το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ως ευκαιρία. Ως μια στιγμή που της επιτρέπει να πιέσει τον βασικό της αντίπαλο στον χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς και να επαναφέρει δυναμικά το δίλημμα της σταθερής διακυβέρνησης.
Αυτό που επιχειρεί να περάσει είναι ότι το ΠΑΣΟΚ έχει αποφασίσει ποιον απορρίπτει, αλλά δεν έχει ακόμη πείσει με ποιους θα πορευτεί και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο θα κυβερνήσει. Και πάνω σε αυτή την ανάγνωση, το Μαξίμου χτίζει από τώρα το επιχείρημα ότι η επόμενη εκλογική μάχη θα είναι, σε μεγάλο βαθμό, μάχη αξιοπιστίας, κυβερνησιμότητας και σταθερότητας.

