
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο έναν από τους μεγαλύτερους φόβους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, την αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης μέσα από τις διεθνείς ανατιμήσεις σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια. Για την Αθήνα, η πίεση που δημιουργείται γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αποτελεί πεδίο στο οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να αναδείξει τον νέο ρόλο της. Αυτόν της χώρας που δεν καλύπτει απλώς τις εσωτερικές της ανάγκες, αλλά λειτουργεί πλέον ως πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για τη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Στο συνέδριο «Greek Energy: The New Era», ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε το πολιτικό και ενεργειακό αποτύπωμα αυτής της στρατηγικής. Έδωσε έμφαση σε ένα μοντέλο που συνδυάζει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υδροηλεκτρικά, φυσικό αέριο, διεθνείς διασυνδέσεις και έρευνες για εγχώρια κοιτάσματα. Στο κυβερνητικό σκεπτικό, αυτό το πλέγμα επιλογών επιτρέπει στην Ελλάδα να εμφανίζεται πιο θωρακισμένη απέναντι σε εξωγενείς κρίσεις και ταυτόχρονα πιο χρήσιμη για την ευρωπαϊκή ενεργειακή εξίσωση.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να δείξει ότι η Ελλάδα έχει ήδη μετακινηθεί σε άλλη θέση στον ενεργειακό χάρτη. Η χώρα, σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε στο συνέδριο, δεν λειτουργεί πλέον αποκλειστικά ως εισαγωγέας για τις δικές της ανάγκες. Αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία ως δίαυλος μέσω του οποίου διοχετεύονται κρίσιμες ποσότητες ενέργειας προς την ευρύτερη περιοχή. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της μεταβολής αφορά το φυσικό αέριο. Το 2019 η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 6 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, με προορισμό αποκλειστικά την εγχώρια κατανάλωση. Πέρυσι, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, 17 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα πέρασαν μέσω της χώρας. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση από ένα εθνικό ενεργειακό μοντέλο σε μια λειτουργία με ισχυρό περιφερειακό αποτύπωμα.
Το ενεργειακό μείγμα που προωθεί η Αθήνα
Στον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής βρίσκεται η ενίσχυση ενός μικτού ενεργειακού σχήματος. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καταγράφουν μεγάλη αύξηση στην εγκατεστημένη ισχύ, τα υδροηλεκτρικά παραμένουν κρίσιμο εργαλείο για την ευστάθεια του συστήματος και το φυσικό αέριο διατηρεί τον ρόλο του ως καύσιμο που καλύπτει τις ανάγκες της ελάχιστης αναγκαίας ηλεκτροπαραγωγής όταν οι υπόλοιπες πηγές δεν επαρκούν. Η εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει η Αθήνα είναι μιας χώρας που έχει επιλέξει να απλώσει το βάρος της σε περισσότερους πυλώνες. Με αυτή τη λογική, η ενεργειακή πολιτική συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια εφοδιασμού, την προστασία της οικονομίας και τη μείωση της έκθεσης σε διεθνείς αναταράξεις.
Ο κάθετος διάδρομος φυσικού αερίου
Κεντρική θέση σε αυτόν τον σχεδιασμό κατέχει ο κάθετος διάδρομος φυσικού αερίου. Μέσα από αυτόν, η Ελλάδα καλύπτει τις εσωτερικές της ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την τροφοδοσία χωρών της περιοχής. Πρόκειται για μια υποδομή που η κυβέρνηση θεωρεί κομβική τόσο για την ελληνική αγορά όσο και για τη συνολική αρχιτεκτονική ενεργειακής ασφάλειας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Η σημασία του διαδρόμου αποκτά μεγαλύτερο βάρος σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη χαράξει πορεία διακοπής των εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα επιδιώκει να εμφανίζεται ως ένας αξιόπιστος κρίκος στη νέα αλυσίδα τροφοδοσίας, με γεωπολιτική χρησιμότητα που υπερβαίνει τα σύνορά της.
Η αμερικανική παράμετρος και οι νέες ισορροπίες
Η ενεργειακή στρατηγική της Αθήνας συνδέεται και με τη στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρουσία της Chevron στην Ελλάδα, σε συνεργασία με ελληνικές εταιρείες, ενισχύει αυτό το στοιχείο και προσδίδει μεγαλύτερο βάθος στις ελληνικές επιλογές. Η συμμετοχή των δύο μεγαλύτερων αμερικανικών ενεργειακών ομίλων στην ελληνική αγορά δεν έχει μόνο οικονομική σημασία. Εγγράφεται και σε ένα ευρύτερο περιβάλλον μεταβολής των ενεργειακών ισορροπιών στην Ευρώπη.
Οι έρευνες για εγχώρια κοιτάσματα
Παράλληλα με τον ρόλο της ως διαμετακομιστικού κόμβου, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει και την προοπτική αξιοποίησης δικών της υποθαλάσσιων πόρων. Στο Ιόνιο έχει δρομολογηθεί η πρώτη ερευνητική γεώτρηση έπειτα από 40 χρόνια, ενώ στο επόμενο διάστημα αναμένονται έρευνες νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Για την κυβέρνηση, αυτή η εξέλιξη εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη επιδίωξη ενεργειακής ενίσχυσης της χώρας. Η επιμονή στην έρευνα για πιθανά κοιτάσματα συνδέεται με την ανάγκη η Ελλάδα να διαθέτει περισσότερα στρατηγικά εργαλεία σε ένα διεθνές περιβάλλον που παραμένει ασταθές και επιρρεπές σε κρίσεις.
Η πυρηνική ενέργεια μπαίνει στη συζήτηση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της παρέμβασης ήταν και η αναφορά στην προοπτική χρήσης πυρηνικής ενέργειας στο μέλλον, ιδίως μέσω μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων νέας τεχνολογίας. Η αναφορά δείχνει ότι η κυβέρνηση θέλει να ανοίξει τη συζήτηση για ένα πεδίο που μέχρι πρόσφατα βρισκόταν εκτός της ελληνικής ενεργειακής ατζέντας.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή ως δοκιμασία στρατηγικής
Το βασικό πολιτικό μήνυμα που θέλει να εκπέμψει η κυβέρνηση είναι ότι η σημερινή διεθνής αστάθεια δοκιμάζει στην πράξη τις επιλογές των τελευταίων ετών. Η Αθήνα θεωρεί πως η διεύρυνση των ΑΠΕ, η αξιοποίηση των υδροηλεκτρικών, η ανάπτυξη των υποδομών φυσικού αερίου, οι νέες διεθνείς συνεργασίες και η έναρξη ερευνών για κοιτάσματα συγκροτούν ένα πλέγμα άμυνας απέναντι σε μελλοντικά σοκ.

