Η γιαγιά μου δεν είχε καμιά όρεξη να μιλάει για τη Μικρασιατική καταστροφή, ο πατέρας μου δεν είχε καμιά όρεξη να μιλάει για τον Εμφύλιο, εγώ δεν έχω καμιά όρεξη να μιλάω για την Πανδημία.
Ο καθένας με τις στεναχώριες του και μπους φερμέ.
Είχα γράψει τότε αρκετές φορές εδώ στο Newpost, είχα καταθέσει τις απόψεις μου και στα σόσιαλ με λόγο αποφθεγματικό, τι άλλο να πεις;
Δυο συμπεράσματα μόνο, που μας έμειναν:
Πρώτον, η Πανδημία ήταν ο Παγκόσμιος Πόλεμος του εικοστού πρώτου αιώνα, σε αντίθεση, ωστόσο, με τους δύο του εικοστού την υφήλιο την άφησε σε κατάσταση παράκρουσης και σύγχυσης. Κανείς δεν ονειρεύεται να οικοδομήσει έναν γενναίο καινούριο κόσμο μετά απ’ τον Covid…
Δεύτερον, οι πληγές του διχασμού ανάμεσα σε “σώφρονες” και “άφρωνες” (ξέρω που τα βάνω τα εισαγωγικά) δεν κλείνουν διόλου εύκολα όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από την ώρα που ακούστηκε το παρθενικό “φερμπότεν”. Παίξανε κι οι δημοσιογράφοι το ρόλο τους στο δύσοσμο σκηνικό, παίρνοντας αναφανδόν το μέρος της μίας πλευράς και ξαποστέλνοντας την άλλη στο πυρ το εξώτερον…
Αλλά δεν είχα σκοπό να το ξαναπιάσω το στόρι, σε φάση fuck off ήμουνα.
Έστω σε φάση live and let live, παρότι δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για την αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης νοοτροπίας.
Έλα, όμως, που διάβασα στην “Καθημερινή” της Κυριακής ολοσέλιδο άρθρο υπό τον τίτλο “Αντισηπτικού απόσταγμα 5 χρόνια μετά” για την πενταετία της καραντίνας και κάπως τα είδα κωλυόμενος.
Γιατί;
Διότι έξι γνωστά πρόσωπα ρώτησε η εφημερίδα για τις εμπειρίες τους από τον εγκλεισμό και τα πέντε εξ αυτών μόνο καλά λόγια είχαν να πουν.
Επαναλαμβάνω, γιατί μπορεί να νομίζετε ότι χρειάζεστε κολλύριο:
Καλά λόγια από πέντε στα έξι ερωτηθέντα πρόσωπα, για το κλειδαμπάρωμα στα σπίτια μας!
Ωχ Παναγία μου, που θα σημείωνε και ο ζωηρός βουλευτής Νίκος Παπαδόπουλος…
Να θέλεις ν’ αγιάσεις, δηλαδή, και να μη σ’ αφήνουνε.
Να θέλεις να κάτσεις σιωπηλός, μούτος όπως λέμε και στα βλάχικα και να σε τσιγκλάνε.
Να θέλεις να ξεχάσεις, να τα’ αφήσεις όλα πίσω σου και να στα ξαναφέρνουν μπροστά σου.
Γκαντάμιτ, τι σόι καταραμένη μοίρα είναι αυτή, όπου απ’ τη μία παραλίγο να μας καταπιούν οι οικιακές σαρκοφάγοι και από την άλλη πρέπει να διαβάζουμε ύμνους για την ποινή που μας επέβαλαν;
Δεν αρκεί ότι κατεβήκανε τ’ αυτιά μας και αγγίξανε το χώμα, δεν φτάνει που κάναμε τόσον καιρό να ξαναβρούμε τη μιλιά μας, δεν περισσεύει η τριετία πολιτικού χρόνου που κέρδισε η κυβερνησάρα γιατί αλλιώς θα μας είχε χαιρετήσει από το 2022 κιόλας;
Πρέπει να μας τρίβουνε και στη μούρη τι όμορφο πράγμα ήταν η καραντίνα και πόσο πλούτισε τον εσωτερικό μας κόσμο;
Σόρυ, δεν ψήνομαι με τις θεωρίες συνωμοσίας, αλλά με τέτοια και τόσα ωσαννά κάπως θεριεύει μέσα μου η υποψία ότι πάνε να το ξαναπαίξουν το ίδιο έργο.
Άντε όχι το ίδιο εντελώς, κάποια παραλλαγή τέλος πάντων για να μην προσβληθούν ράιτ θρου τα κορόιδα…
Γι’ αυτό, λοιπόν, καταλήγω σε ένα πελώριο “ασταδγιάλα” που εκφράζει μονολεκτικώς και κυριολεκτικώς τα αισθήματά μου για τον εγκλεισμό και τις παραφυάδες του.
Κι αν το θέλεις πιο λογοτεχνικό αγαπητέ αναγνώστη, πάμε παραφράζοντας τον ποιητή:
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι καραντίνες τι σημαίνουν!
The post Πέντε χρόνια μετά απ’ την πρώτη καραντίνα, ένα «ασταδγιάλα» είναι λίγο πολύ λίγο… appeared first on Newpost.gr.