Εκεί που το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να σηκώσει κεφάλι, να αξιοποιήσει τα πρώτα σημάδια δημοσκοπικής ανάκαμψης και να διεκδικήσει πολιτικό χώρο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τον Αλέξη Τσίπρα, επιστρέφει ένας παλιός και ιδιαίτερα γνώριμος αντίπαλος, η εσωστρέφεια.
Για ακόμα μία φορά την αφορμή έδωσε ο Χάρης Δούκας. Ο δήμαρχος Αθηναίων, πρώην υποψήφιος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, χαρακτήρισε λάθος τη συμμετοχή του Κινήματος στην κυβέρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία και τον ΛΑ.Ο.Σ. το 2011, υποστηρίζοντας ότι με την επιλογή εκείνη νομιμοποιήθηκαν ακροδεξιές πολιτικές και πρόσωπα.
[Μια τοποθέτηση που άνοιξε νέο κύκλο αντιπαράθεσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το παρελθόν στο μέλλον. Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, δεν είναι τι είπε ο Χάρης Δούκας. Το ερώτημα είναι γιατί κάθε δημόσια διαφοροποίηση ενός κορυφαίου στελέχους εξελίσσεται σε δοκιμασία για την ηγεσία και την πολιτική συνοχή του ΠΑΣΟΚ.
Το ψήφισμα, η καχυποψία και η αμφισβήτηση της ηγεσίας
Ο Χάρης Δούκας έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις, ακόμη και να αμφισβητεί ιστορικές επιλογές του κόμματός του. Άλλωστε, η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί με πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης. Υπάρχει, ωστόσο, μια πολιτική διαδρομή που δίνει διαφορετική βαρύτητα στις παρεμβάσεις του.
Στο συνέδριο του περασμένου Μαρτίου είχε προηγηθεί η επίμονη απαίτησή του να αποκλειστεί ρητά οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Τελικώς, η σχετική διατύπωση ενσωματώθηκε στην πολιτική διακήρυξη και εγκρίθηκε ομόφωνα, χωρίς να κατατεθεί ξεχωριστό ψήφισμα Δούκα.
Προφανώς, το θέμα δεν είναι η συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Η σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έχει διατυπώσει επανειλημμένα την αντίθεσή της σε μια τέτοια προοπτική και έχει περισσότερους από έναν πολιτικούς λόγους να μη συνεργαστεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Το βαθύτερο ζήτημα ήταν το μήνυμα που μπορούσε να εκπέμπει η επιμονή σε μια δεσμευτική συνεδριακή απόφαση, ότι δεν αρκούσε η δημόσια δέσμευση του Νίκου Ανδρουλάκη και χρειαζόταν μια πρόσθετη ασφαλιστική δικλίδα. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία μπορούσε να διαβαστεί όχι μόνο ως πολιτική θέση, αλλά και ως έκφραση περιορισμένης εμπιστοσύνης προς τις επιλογές της ηγεσίας.
Και όταν ένα κόμμα δίνει μάχη πολιτικής επιβίωσης, η διαρκής συζήτηση για το κατά πόσον ο πρόεδρός του χρειάζεται επιτήρηση δύσκολα συμβάλλει στην εικόνα μιας παράταξης έτοιμης να κυβερνήσει.
Η ιστορία του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να ξαναγράφεται με όρους εσωκομματικής αντιπαράθεσης
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η τελευταία παρέμβαση Δούκα για την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Η κυβέρνηση Παπαδήμου, με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας και του ΛΑ.Ο.Σ., αποτελεί ασφαλώς αντικείμενο ιστορικής και πολιτικής κριτικής. Η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ. εγείρει αυτοτελή ζητήματα που δεν μπορούν να παραβλέπονται. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της ιστορίας.
Το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε δυσανάλογο πολιτικό κόστος στη διάρκεια της κρίσης, βρέθηκε αντιμέτωπο με την οικονομική κατάρρευση της χώρας και υπερασπίστηκε επιλογές που θεωρούσε αναγκαίες για να αποφευχθούν ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιμέρους πολιτικές, να ασκεί κριτική στη διαχείριση της κρίσης ή στις κυβερνητικές συνεργασίες. Δεν μπορεί, όμως, να εξαφανίζει από τη συζήτηση τις συνθήκες μέσα στις οποίες ελήφθησαν οι αποφάσεις.
Το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε πολιτικά για τις αποφάσεις του 2010-2012. Το ερώτημα είναι αν σήμερα θα υπερασπιστεί τη δική του ιστορική ερμηνεία ή θα επιτρέψει να κυριαρχήσει αποκλειστικά η αφήγηση των αντιπάλων του. Και εδώ βρίσκεται το πολιτικά πιο ευαίσθητο σημείο της υπόθεσης.
Ο Τσίπρας, οι παλιοί λογαριασμοί και τα πολιτικά επιχειρήματα
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να ανασυντάξει δυνάμεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο της οικονομικής κρίσης συνδέθηκε με τη δραματική εκλογική συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ. Ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του μετακινήθηκε τότε προς τον Αλέξη Τσίπρα.
Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ανακτήσει αυτόν τον πολιτικό χώρο και να αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει τον αυτόνομο πόλο της Κεντροαριστεράς. Σε αυτή τη συγκυρία, κάθε δημόσια αναπαραγωγή της άποψης ότι οι ιστορικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ ήταν συνολικά λανθασμένες διευκολύνει την πολιτική επιχειρηματολογία του χώρου Τσίπρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος ασκεί κριτική στο ΠΑΣΟΚ εξυπηρετεί τον πρώην πρωθυπουργό. Θα ήταν υπερβολικό και άδικο να αποδοθούν τέτοιες προθέσεις στον Χάρη Δούκα.
Σημαίνει, όμως, ότι οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις έχουν πολιτικές συνέπειες, ανεξάρτητα από τις προθέσεις εκείνων που τις προκαλούν. Και ασφαλώς προκαλεί ερωτήματα η συζήτηση που αναπτύσσεται κατά καιρούς σε τμήματα της Κεντροαριστεράς περί συγκλίσεων με τον Αλέξη Τσίπρα, τη στιγμή που η σημερινή στρατηγική του ΠΑΣΟΚ στηρίζεται στην αυτόνομη πορεία.
Το πολιτικό παράδοξο είναι εμφανές, Το ΠΑΣΟΚ καλείται να ανταγωνιστεί τον πολιτικό χώρο που απορρόφησε μεγάλο μέρος της εκλογικής του δύναμης, ενώ ταυτόχρονα αναλώνεται σε νέες αντιπαραθέσεις για την ίδια ιστορική περίοδο που προκάλεσε τη συρρίκνωσή του.
Το μήνυμα Ανδρουλάκη και η πραγματική δοκιμασία της ηγεσίας
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έδειξε ότι αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της αντιπαράθεσης. Μιλώντας στις 7 Οκτωβρίου στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, ζήτησε από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ να μην αφήνουν αναπάντητες τις επιθέσεις που δέχεται η παράταξη και να υπερασπίζονται την ιστορική της διαδρομή. Επέκρινε ιδιαίτερα την προσπάθεια να παρουσιαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα ως ο αποκλειστικός πρωταγωνιστής της εξόδου από τα μνημόνια.
Η παρέμβαση αυτή είχε πολιτική σημασία. Δεν απαντά, ωστόσο, από μόνη της στο ζήτημα της εσωκομματικής συνοχής. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ο Χάρης Δούκας. Ούτε ο κάθε Χάρης Δούκας που διαφωνεί, ασκεί κριτική ή έχει προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες. Το πραγματικό πρόβλημα είναι κατά πόσον η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη μπορεί να διαμορφώνει μια σαφή, συνεκτική γραμμή που να δεσμεύει πολιτικά τα κορυφαία στελέχη, χωρίς να καταργεί το δικαίωμα της διαφωνίας. Διότι διαφορετικό πράγμα είναι ο πλουραλισμός και διαφορετικό η εικόνα ενός κόμματος στο οποίο η κεντρική στρατηγική επαναδιαπραγματεύεται δημόσια κάθε λίγους μήνες.
Η κοινωνία περιμένει αντιπολίτευση, όχι ακόμη έναν εσωκομματικό εμφύλιο
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη πολιτική αναμέτρηση. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό κυβερνητικό του αντίπαλο, ενώ στον χώρο της αντιπολίτευσης αναπτύσσεται ανταγωνισμός για την πολιτική εκπροσώπηση των κεντροαριστερών ψηφοφόρων.
Την ίδια ώρα, η κοινωνία έχει εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες, την ακρίβεια, τους μισθούς, τα ενοίκια, την υγεία, τη φορολογία, την καθημερινή ανασφάλεια. Είναι ζητήματα στα οποία το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις και να αντιπαρατεθεί με την κυβέρνηση.
Αυτή η προσπάθεια, όμως, δυσκολεύεται όταν η δημόσια συζήτηση επιστρέφει διαρκώς στις εσωκομματικές ισορροπίες, στις προσωπικές στρατηγικές και στις παλιές αντιπαραθέσεις. Η τελευταία παρέμβαση Δούκα ανέδειξε μία υπαρκτή πολιτική διαφωνία. Ταυτόχρονα επανέφερε το ερώτημα εάν το ΠΑΣΟΚ έχει κλείσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν και εάν μπορεί να κινηθεί με ενιαία στρατηγική προς το μέλλον.
Και τελικά εκεί βρίσκεται η δοκιμασία για τον Νίκο Ανδρουλάκη. Όχι στο πώς θα αντιμετωπίσει τον Δούκα, αλλά στο πώς θα αποτρέψει την επανάληψη ενός γνώριμου φαινομένου, κάθε φορά που το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αποκτήσει πολιτική δυναμική, να ανοίγει μια νέα συζήτηση για τις εσωτερικές του διαφορές.
Γιατί μια παράταξη που διεκδικεί ξανά κυβερνητικό ρόλο οφείλει πρώτα να δείξει ότι μπορεί να συμφωνήσει με τον εαυτό της. Και αυτό είναι ευθύνη πρωτίστως της ηγεσίας της.


