
Η Πάρος είναι από εκείνους τους τόπους που δύσκολα περιγράφονται χωρίς να κινδυνεύσεις να ακουστείς υπερβολικός. Έχει ένα φως που αλλάζει τα χρώματα, θάλασσες που δεν χρειάζονται φίλτρα, χωριά που ακόμη διατηρούν κάτι από την κυκλαδίτικη μνήμη και ένα φυσικό τοπίο που εξηγεί από μόνο του γιατί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι θέλουν κάθε χρόνο να βρεθούν εδώ.
Και ακριβώς γι’ αυτό είναι λυπηρό να βλέπεις ένα νησί-κόσμημα να συμπεριφέρεται στον ίδιο του τον πλούτο σαν να είναι ανεξάντλητος.
Γιατί πίσω από τη βιτρίνα της Νάουσας, τα γεμάτα beach bars, τις νέες βίλες, τα πολυτελή καταλύματα και τα εκατομμύρια ευρώ της τουριστικής οικονομίας υπάρχει μια άλλη Πάρος. Η Πάρος των υποδομών που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν την έκρηξη της ζήτησης. Των απορριμμάτων. Της ανακύκλωσης που δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Της πίεσης στο νερό. Της ανεξέλεγκτης οικοδομικής ανάπτυξης. Της διαρκούς αγωνίας να χωρέσουν περισσότεροι άνθρωποι σε έναν τόπο που γεωγραφικά παραμένει ο ίδιος.
Και η πρόσφατη φωτιά ήρθε να υπενθυμίσει με τον πιο βίαιο τρόπο κάτι που συχνά ξεχνάμε: τα σκουπίδια δεν εξαφανίζονται επειδή τα απομακρύναμε από το οπτικό μας πεδίο.
Η φωτιά δεν ήταν μόνο φωτιά
Όταν μια πυρκαγιά συνδέεται με συσσώρευση απορριμμάτων και ανθρώπινη αμέλεια, το ζήτημα δεν μπορεί να εξαντλείται στην αναζήτηση του ποιος έκανε το τελευταίο λάθος.
Πρέπει να εξετάζεται ολόκληρη η αλυσίδα που επέτρεψε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να συμβεί.
Πώς διαχειρίζεται ένα από τα πλέον τουριστικά νησιά της χώρας τον τεράστιο όγκο αποβλήτων που παράγει τους θερινούς μήνες; Ποιος σχεδιάζει; Ποιος ελέγχει; Ποιος προλαμβάνει; Και κυρίως, ποιος λογοδοτεί όταν η πρόληψη αποδεικνύεται ανεπαρκής;
Διότι η φωτιά κάποια στιγμή σβήνει. Το μοντέλο που τη γεννά, όμως, παραμένει.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Ανακύκλωση με κυκλαδίτικο φόντο και τριτοκοσμική οργάνωση
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι όσα μαθαίνει κανείς όταν αρχίζει να ψάχνει τι συμβαίνει με την ανακύκλωση στο νησί.
Γυαλί, χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια και τεράστιες ποσότητες υλικών που παράγονται καθημερινά από ξενοδοχεία, εστιατόρια, bars, καταστήματα και κατοικίες θα έπρεπε να αποτελούν μέρος ενός οργανωμένου συστήματος κυκλικής οικονομίας.
Αρκεί να φανταστεί κανείς τις ποσότητες γυάλινων συσκευασιών και χρησιμοποιημένων λαδιών που παράγει ένα τόσο τουριστικό νησί μέσα σε μία μόνο θερινή περίοδο.
Κι όμως, η εικόνα που μεταφέρεται από ανθρώπους που επιχειρούν να δραστηριοποιηθούν στον χώρο είναι εικόνα ελλιπούς οργάνωσης, δυσκολιών και οικονομικών εκκρεμοτήτων. Άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν αυτό που κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί οργανωμένη δημόσια πολιτική φτάνουν να παλεύουν με το αυτονόητο — ακόμη και με το να πληρωθούν για υπηρεσίες που έχουν προσφέρει. Εάν αυτά επιβεβαιώνονται στην έκταση που καταγγέλλονται, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια δυσλειτουργία. Μιλάμε για αποτυχία προτεραιοτήτων.
Γιατί είναι εντυπωσιακό να μπορεί ένας τόπος να οργανώσει μια τουριστική βιομηχανία εκατοντάδων εκατομμυρίων, αλλά να δυσκολεύεται να οργανώσει τι θα κάνει τα μπουκάλια και τα λάδια που αυτή η ίδια βιομηχανία παράγει.
Η Πάρος ως μικρογραφία της αυτοδιοικητικής Ελλάδας
Και κάπου εδώ η συζήτηση ξεπερνά την Πάρο. Το νησί γίνεται μια μικρή φωτογραφία μιας μεγαλύτερης ελληνικής παθογένειας: μιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μιας περιφερειακής διοίκησης που πολλές φορές τρέχουν πίσω από τα προβλήματα αντί να προηγούνται αυτών. Δήμοι που μετρούν αφίξεις, αλλά όχι αντοχές. Περιφέρειες που μιλούν για «τουριστικό προϊόν», λες και ο τόπος είναι προϊόν στο ράφι και όχι ζωντανό οικοσύστημα.
Κράτος που πανηγυρίζει κάθε νέο ρεκόρ επισκεπτών χωρίς να αναρωτιέται αν οι υποδομές μπορούν να εξυπηρετήσουν το επόμενο. Η επιτυχία ενός νησιού δεν μπορεί να μετριέται μόνο σε αεροπορικές θέσεις, ακτοπλοϊκές αφίξεις, πληρότητες και εισπράξεις.
Υπάρχει και μια άλλη λογιστική.
Πόσο νερό καταναλώθηκε; Πόσα σκουπίδια παράχθηκαν; Πόσα ανακυκλώθηκαν; Πόσο έδαφος οικοδομήθηκε; Πόσες νέες κλίνες προστέθηκαν; Πόση ενέργεια χρειάστηκε; Πόσο επιβαρύνθηκε το οδικό δίκτυο; Πόσο αλλοιώθηκε το τοπίο;
Αυτά είναι επίσης οικονομικά μεγέθη. Απλώς ο λογαριασμός τους έρχεται αργότερα.
Πόσο τσιμέντο χωράει στην Πάρο;
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα. Πόσο ακόμη;
Πόσες βίλες; Πόσες πισίνες; Πόσα ξενοδοχεία; Πόσα συγκροτήματα; Πόσες χιλιάδες νέες κλίνες; Πόσο τσιμέντο μπορεί να δεχθεί ένα κυκλαδίτικο νησί πριν η ανάπτυξη αρχίσει να καταστρέφει τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο υπήρξε η ανάπτυξη;
Γιατί υπάρχει μια θεμελιώδης αντίφαση στο σημερινό μοντέλο: πουλάμε την αυθεντικότητα της Πάρου και ταυτόχρονα την εξαφανίζουμε για να μπορέσουμε να την πουλήσουμε σε περισσότερους. Χτίζουμε για εκείνους που έρχονται να δουν το άχτιστο. Καταναλώνουμε το τοπίο που αποτελεί το ίδιο το τουριστικό μας κεφάλαιο. Και κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε ότι δημιουργήσαμε περισσότερα δωμάτια, περισσότερες πισίνες και ακριβότερα τετραγωνικά, αλλά λιγότερη Πάρο.
Οι Κυκλάδες θα έπρεπε να είναι εργαστήρια του μέλλοντος
Το παράδοξο είναι ότι νησιά όπως η Πάρος θα έπρεπε να αποτελούν ευρωπαϊκά πρότυπα πράσινης μετάβασης. Με οργανωμένη ανακύκλωση στην πηγή. Με ειδικά συστήματα για γυαλί και χρησιμοποιημένα έλαια. Με κομποστοποίηση. Με σοβαρή διαχείριση αποβλήτων. Με επαναχρησιμοποίηση νερού. Με επαρκείς μονάδες αφαλάτωσης όπου απαιτούνται. Με ενεργειακή αυτονομία. Με αυστηρούς κανόνες δόμησης και, κυρίως, με πραγματικό υπολογισμό της φέρουσας ικανότητας κάθε νησιού.
Δεν είναι οικολογικός ρομαντισμός. Είναι οικονομικός ρεαλισμός. Διότι εάν καταστρέψεις το περιβάλλον της Πάρου, δεν χάνεις μόνο μερικά στρέμματα φυσικού τοπίου. Καταστρέφεις το σημαντικότερο παραγωγικό κεφάλαιο του νησιού.
Κανείς δεν ταξιδεύει στις Κυκλάδες για να θαυμάσει οικοδομικά τετράγωνα. Η επόμενη σεζόν δεν μπορεί να είναι το μοναδικό σχέδιο Η μεγαλύτερη παγίδα του υπερτουρισμού είναι ότι δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αιώνιας ευημερίας.
Άλλη μία καλή χρονιά. Άλλο ένα ρεκόρ. Άλλες μερικές εκατοντάδες κλίνες. Άλλο ένα οικόπεδο που «αξιοποιήθηκε». Άλλη μία πισίνα. Άλλο ένα συγκρότημα.
Και μετά;
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν υπάρχει για να οργανώνει απλώς την επόμενη τουριστική περίοδο. Υπάρχει πρωτίστως για να εξασφαλίζει ότι θα υπάρχει τόπος και κοινωνία και μετά την επόμενη τουριστική περίοδο.
Η Περιφέρεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις Κυκλάδες αποκλειστικά ως μηχανή παραγωγής τουριστικού εισοδήματος. Και η κεντρική κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί ανάπτυξη κάθε νέο κυβικό μέτρο μπετόν που πέφτει πάνω σε ένα νησί.
Ανάπτυξη χωρίς όρια δεν είναι ανάπτυξη. Είναι κατανάλωση του μέλλοντος. Να μη χρειαστεί να ψάχνουμε την Πάρο στις παλιές φωτογραφίες. Η Πάρος δεν χρειάζεται λιγότερη ζωή. Χρειάζεται περισσότερο σχέδιο. Δεν χρειάζεται να διώξει τον τουρισμό. Χρειάζεται να σταματήσει να θυσιάζεται σε αυτόν.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται ανθρώπους στη διοίκηση που να καταλάβουν ότι η πολιτική επιτυχία δεν είναι να παραδώσεις το νησί με περισσότερες κλίνες από όσες παρέλαβες. Είναι να το παραδώσεις στις επόμενες γενιές τουλάχιστον τόσο όμορφο, τόσο βιώσιμο και τόσο ζωντανό όσο το βρήκες.
Γιατί η Πάρος δεν είναι επιχείρηση. Δεν είναι οικόπεδο προς αξιοποίηση. Δεν είναι Airbnb με γεωγραφικά σύνορα. Δεν είναι μια τουριστική σεζόν που αρχίζει τον Μάιο και κλείνει τον Οκτώβριο.
Είναι ένας τόπος. Και οι τόποι έχουν όρια. Αν συνεχίσουμε να μετράμε μόνο πόσοι ακόμη χωράνε, πόσα ακόμη μπορούμε να χτίσουμε και πόσα περισσότερα μπορούμε να εισπράξουμε, κάποια στιγμή η απάντηση θα δοθεί από την ίδια τη φύση. Και τότε ίσως έχουμε πετύχει το ελληνικό τουριστικό παράδοξο στην τελειότερη μορφή του: να έχουμε περισσότερες κλίνες από ποτέ — αλλά όλο και λιγότερο νησί για να αξίζει κανείς να κοιμηθεί σε αυτές.

