
Στην εκδήλωση της «Πρωτοβουλίας Πολιτών Θεσσαλονίκης για την Ανασύνθεση του Προοδευτικού Χώρου», ο Αλέξης Τσίπρας, συμμετείχε και παρέθεσε τις θέσεις του για την κατάσταση της χώρας και τις προοπτικές του προοδευτικού χώρου. Στην παρέμβασή του, επισήμανε τη συμμετοχή των πολιτών και τη δυναμική παρουσία νέων ανθρώπων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ανασύνθεση και ενίσχυση ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της κοινωνίας.
Ο κ. Τσίπρας αναφέρθηκε στην κοινωνική πραγματικότητα, τις ανισότητες και την οικονομική κατάσταση, καθώς και στις συνέπειες διεθνών εξελίξεων για την ελληνική κοινωνία. Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της συλλογικότητας, της συνεργασίας και της δημιουργίας μιας ενισχυμένης ομάδας προοδευτικών δυνάμεων, που θα έχει τη δυνατότητα να καταθέσει ένα εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης και να διαμορφώσει προοπτική για τη χώρα.
Η παρέμβαση εστίασε επίσης στην ανάγκη για στρατηγική, σχέδιο και συμμετοχή ενεργών πολιτών, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ισχυρής και ενωμένης προοδευτικής παράταξης που θα ανταποκριθεί στις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο.
Ολόκληρη η παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα
Ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση που μου έγινε να παρευρεθώ, να ακούσω τις ομιλίες, τις παρεμβάσεις στη συνέλευση εδώ στη Θεσσαλονίκη της πρωτοβουλίας για την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου και θέλω να επισημάνω ότι έχω εκπλαγεί τόσο από τη συμμετοχή των πολιτών, κυρίως όμως από τη φρεσκάδα των ομιλητών και κυρίως από την παρουσία νέων ανθρώπων που μας γεμίζουν με αισιοδοξία ότι μπορεί να υπάρξει ξανά ελπίδα και προοπτική στον χώρο μας και στη χώρα μας, στην παράταξή μας και στην πατρίδα μας.
Θέλω επίσης να πω ότι παρόμοιες πρωτοβουλίες έχουν συγκροτηθεί δεκάδες σε όλη την Ελλάδα και δεν έχουν κανένα κεντρικό συντονισμό ούτε και διασύνδεση μεταξύ τους και το γεγονός ότι έχουν δεκάδες τέτοιες πρωτοβουλίες, καθώς και το γεγονός ότι είναι μαζική η συμμετοχή των πολιτών σε αυτές, δείχνει ότι υπάρχει μία ανάγκη· μια ανάγκη μας φέρνει σήμερα εδώ όλους να συζητάμε.
Πρώτα από όλα δείχνει ότι η κοινωνία των προοδευτικών πολιτών έχει σφυγμό, είναι ζωντανή και διεκδικεί τουλάχιστον όχι αμαχητί —όπως γράφω και στην Ιθάκη— να μην αφήσουμε αυτό το καθεστώς, το πολιτικά ανήθικο καθεστώς που μας κυβερνάει εδώ και 7 χρόνια, να αυγατίσει τα χρόνια που θα μας κυβερνά και να μας βυθίσει ακόμα πιο πολύ στις ανισότητες, στην ακρίβεια, στη διαφθορά και στην έλλειψη ελπίδας και προσδοκιών για ένα καλύτερο αύριο. Διότι αν κάτι μας καλεί όλους τους ενεργούς προοδευτικούς πολίτες να δράσουμε, να σηκωθούμε από τον καναπέ, είναι η κοινή πλέον αίσθηση όχι μόνο σε εμάς αλλά στους πολίτες που συναντάμε στον δρόμο, στους χώρους δουλειάς, διασκέδασης και μάθησης, στα καφενεία: η αίσθηση ότι αυτό το καθεστώς αλωνίζει διότι παίζει μόνο του, διότι δεν υπάρχει αντίπαλος.
Και εγώ θα πω ότι βεβαίως και ήταν επιδίωξη να μην υπάρχει αντίπαλος, αλλά υπάρχει και αδυναμία στον προοδευτικό χώρο και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίπαλος. Στις ευρωπαϊκές εκλογές η Νέα Δημοκρατία πήρε πριν 1,5 χρόνο, σχεδόν 2 χρόνια, 28%. Σήμερα στις δημοσκοπήσεις —αφήστε τις εκτιμήσεις στην πραγματική μέτρηση της πρόθεσης ψήφου— έχει κάτω από 25-24%, σε άλλες κοντά στο 20% και δεν υπάρχει όμως αυτή τη στιγμή ο αντίπαλος που θα αμφισβητήσει, πόσο δε μάλλον η ισχυρή εκείνη δύναμη, η παράταξη που θα δώσει ελπίδα και όχι απλά θα αμφισβητήσει, αλλά θα νικήσει σε μία εκλογική αναμέτρηση για να εγκαθιδρύσει μία εναλλακτική προοπτική για την κοινωνία και για τον τόπο. Και παίζοντας χωρίς αντίπαλο, βεβαίως γίνονται ολοένα και περισσότερο αλαζονικοί, λειτουργούν με απίστευτο κυνισμό, ξεδιάντροπο πολλές φορές, που φτάνει στα όρια —επαναλαμβάνω— της πολιτικής ανηθικότητας. Έχουν βυθίσει τη χώρα στη διαφθορά, έχουν βυθίσει τη χώρα στην ακρίβεια και τις ανισότητες. Το 1/5 είναι αυτό που βγάζει τον μήνα και αποταμιεύει με βάση τις μετρήσεις, τα 4/5 δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, είτε τα βγάζουν ίσα-ίσα είτε στις 15 πρώτες μέρες του μήνα —και πολύ λέω— δεν έχουν τη δυνατότητα να βγάλουν τον μήνα, την ίδια στιγμή που συσσωρεύονται κέρδη, όπως μας είπε ο φίλος και σύντροφος από τον τραπεζικό τομέα, στις τράπεζες, στα καρτέλ της ενέργειας, στα καρτέλ των τροφίμων, στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Άρα λοιπόν εδώ αυτό που πρέπει να μας παρακινήσει δεν είναι, αν θέλετε, η εύλογη διάθεση όλων μας να πάρουμε εκδίκηση γιατί αισθανόμαστε ότι μας αδίκησε η πολιτική και η ζωή ή η εύλογη επίσης επιθυμία πολλών να αποκτήσουν ξανά —όσων ιδίως έχουν συνηθίσει να είναι σε πολιτική στέγη και αισθάνονται ανέστιοι— πόσο δε μάλλον καθόλου δεν πρέπει να μας παρακινήσει η επιθυμία κάποιων αξιωματούχων να διατηρήσουν τα αξιώματά τους. Αυτό που πρέπει να μας παρακινήσει και να μας τραβήξει από το μανίκι είναι η επιθυμία του φοιτητή να έχει προοπτική σε αυτόν τον τόπο και να ζήσει εδώ, του εργαζόμενου να ζήσει με έναν αξιοπρεπή μισθό, του συνταξιούχου να μπορεί να πάει στο σούπερ μάρκετ και να βγει με αξιοπρέπεια.
Παραδώσαμε το 2019 μία χώρα που βγήκε από πολύ μεγάλη περιπέτεια με το τραπέζι στρωμένο, καθίσαν να φάνε αυτοί που το είχαν διαλύσει. Βγάλαμε τη χώρα από τη χρεοκοπία και από την επιτροπεία τους, την παραδώσαμε και με τη σειρά τους την παρέδωσαν στην ολιγαρχία, στην κλεπτοκρατία, στην παρεοκρατία και στα καρτέλ στην ενέργεια, στα καύσιμα, στις τράπεζες, στον κατασκευαστικό τομέα, στα τρόφιμα. Θέλω λοιπόν, φίλες και φίλοι, δεν θέλω να μακρηγορήσω, θέλω να πω ότι είμαι πολύ ανήσυχος. Είμαι πολύ ανήσυχος, βέβαια έσπασε λίγο η ανησυχία μου βλέποντας όλους εσάς και ιδίως τη νεανική ορμή πολλών ομιλητών και ομιλητριών, αλλά είμαι ανήσυχος γιατί αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο και στη χώρα μας είναι πρωτοφανή. Μπαίνουμε σε μία νέα, πολύ δύσκολη περίοδο. Βλέπουμε στους δέκτες των τηλεοράσεών μας εικόνες που δεν είναι εικόνες από κάποια ταινία κατασκοπευτική, κάποια πολεμική περιπέτεια, αλλά είναι η τρομακτική πραγματικότητα. Και για πρώτη φορά οι επιπτώσεις αυτής της πολεμικής σύρραξης δεν είναι απλά στη γειτονιά μας, μας ακουμπάνε. Δεν θα πω πολλά διότι θα μιλήσω αύριο αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά, θα πω μόνο δύο πράγματα:
Το πρώτο, αν έγραφα στην Ιθάκη και στην Πυξίδα ότι είναι αναγκαιότητα να αποκτήσουμε μία νέα εθνική πυξίδα χθες, και έπρεπε να ισχύει αυτό μία φορά, μετά τις τελευταίες εξελίξεις αυτό ισχύει δέκα φορές. Και θέλω να πω ότι αυτός ο τόπος έχει θύμησες, μνήμες και γνωρίζουμε πού μας οδήγησε αυτός ο αλλόκοτος συνδυασμός του αλαζονικού εθνικισμού και της υποταγής στους προστάτες, της εξάρτησης από τους προστάτες. Μας οδήγησε στη Μικρασιατική καταστροφή, μας οδήγησε σε εμφύλιο, μας οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Θέλω λοιπόν να πω ότι είναι αναγκαιότητα να υπάρξει επιστροφή της χώρας στην εθνική στρατηγική που είχε από το 1974 μέχρι το 2019, της πολυδιάστατης εθνικής στρατηγικής. Διότι για να ανταπεξέλθουμε στις δύσκολες συνθήκες του σήμερα και του αύριο, βεβαίως χρειάζεται μία Ελλάδα ισχυρή, αλλά και μία Ελλάδα σταθερή σε αξίες, στην υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και στην υπεράσπιση της ειρήνης.
Το δεύτερο που θέλω να πω σε σχέση με τον πόλεμο είναι ότι ακόμα και αν κάποια στιγμή όλοι ευχόμαστε γρήγορα να τελειώσουν οι εχθροπραξίες, οι συνέπειες για την ελληνική κοινωνία δεν θα έχουν τελειώσει· ίσως τότε θα αρχίζουν. Όπως θυμόμαστε με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τότε που η κυβέρνηση Μητσοτάκη μας έλεγε ότι η ακρίβεια οφείλεται, είναι εισαγόμενη από την Ουκρανία και για αυτήν οφείλεται ο Πούτιν, όμως η Ελλάδα είχε σταθερά 11% ακριβότερο ρεύμα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο γιατί, όπως είπα πριν, παρέδωσε την ενέργεια στα καρτέλ. Φοβάμαι λοιπόν τις συνέπειες που θα έχουμε από ένα νέο κύμα ακρίβειας στα καύσιμα, στην ενέργεια, στην εφοδιαστική αλυσίδα, άρα στα τρόφιμα. Και λέω ότι δεν αρκεί να έχουμε εμπιστοσύνη, που έχουμε, στην αποτρεπτική ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων της χώρας μας για να φτιάξει την αντιπυραυλική ασπίδα, διότι δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη σε αυτή την κυβέρνηση να φτιάξει μια ασπίδα απέναντι στον πληθωρισμό, στη νέα ενεργειακή κρίση και στην ακρίβεια που έρχεται. Άρα είναι δύο και τρεις φορές πιο αναγκαίο μετά από αυτές τις εξελίξεις να οικοδομήσουμε την εναλλακτική σε αυτή την αδιέξοδη πολιτική που διευρύνει τις ανισότητες και που βάζει στο στόχαστρο τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Και κλείνω απαντώντας πολύ σύντομα, προσπαθώντας να απαντήσω πολύ σύντομα σε 3 ερωτήματα. Γιατί λοιπόν αυτή η αναγκαία, εγώ λέω ανασύνθεση, επανίδρυση της προοδευτικής παράταξης; Πρώτα απ’ όλα γιατί αυτό που ζούμε δεν είναι προβληματικό για τον προοδευτικό χώρο, αυτό που ζούμε είναι πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα και για τη δημοκρατία. Έχουμε μία ασθενική, μία ανάπηρη δημοκρατία όταν δεν υπάρχει αντιπολιτευτικός πόλος ικανός να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία σε ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο. Και όσο δεν υπάρχει, ο κίνδυνος ο μεγάλος είναι να δημιουργηθεί στην άλλη πλευρά, στην ακροδεξιά, στην αντιπολιτική. Έχουμε χρέος λοιπόν να ανταποκριθούμε. Γιατί δεν υπάρχει; Νομίζω το γνωρίζετε όλοι σας. Δεν υπάρχει διότι σήμερα καμία από τις υπάρχουσες δυνάμεις του προοδευτικού δημοκρατικού χώρου, ανεξαρτήτως από το αν θέλουν, δεν μπορούν· και χρειάζεται, είναι αναγκαίο, να μην υπάρχει μόνο η βούληση αλλά και η ικανότητα.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μπορεί να γίνει άραγε μέσα από το άθροισμα των δυνάμεων; Το καλοκαίρι του 2024 είχα υποστηρίξει αυτήν την άποψη, όταν τότε ήταν σχεδόν ισουψή από την εκλογική κάλπη τα κόμματα τα μεγάλα, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ. Υπήρχε η αίσθηση ότι πάνω σε ένα σχέδιο κοινών προτάσεων και θέσεων μπορεί να υπάρξει ένα άθροισμα δυνάμεων. Είχα μιλήσει, αν θυμάστε τότε, να ξεχάσουμε την αφαίρεση και να πιάσουμε την πρόσθεση. Σήμερα φοβάμαι ότι δεν αρκεί η πρόσθεση διότι αν προσθέσεις τη φθορά με τη φθορά, βγάζεις πάλι φθορά. Και όταν έχεις φθορά, δεν μπορείς να νικήσεις τη μεγάλη διαφθορά της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι να πάμε από την πρόσθεση στον πολλαπλασιασμό, στη μόχλευση των δυνάμεων. Να μοχλεύσουμε ώστε να κινήσουμε τις ζωντανές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας σε ένα όραμα ρεαλιστικό πολιτικής αλλαγής που χρειάζεται ο τόπος. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η υπέρβαση και ο πολλαπλασιασμός. Γι’ αυτό μιλάμε για την ανασύνθεση και την ανασυγκρότηση, την επανίδρυση της προοδευτικής παράταξης.
Υπάρχει ένα τρίτο ερώτημα που είναι: με ποιους; Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι: με όλους όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα να υπάρχει μια ισχυρή εναλλακτική πρόταση διεξόδου. Με όλους ανεξαιρέτως, αρκεί να αφήνουν έξω από τις αίθουσες που συνεδριάζουμε τις ιδιοτέλειές τους, αρκεί να βλέπουν αυτήν την προσπάθεια ως ευκαιρία προσφοράς και όχι ως ευκαιρία ζήτησης. Διότι πάθαμε και μάθαμε και από τις νίκες και από τις ήττες μας, πιστεύω. Και γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι εκτός από αυτή την πλούσια παρακαταθήκη μας των αγώνων, της ανιδιοτέλειας, του οράματος, της ιδεολογίας, της πίστης σε μία δίκαιη κοινωνία, υπάρχουν και παθογένειες τις οποίες οφείλουμε να δούμε κατάματα και να τις αντιμετωπίσουμε. Όλοι λοιπόν όσοι θέλουν να παραμερίσουν τις μικροκομματικές ή τις προσωπικές ιδιοτέλειες για να μιλήσουμε για το “εμείς”, για τη συλλογικότητα, για την κοινή προσπάθεια.
Και αφήνω για τελευταίο το ερώτημα του ενός δισεκατομμυρίου: πότε; Ο Άρης, που είναι ΠΑΟΚ αλλά λέγεται Άρης, μας είπε ένα σύνθημα που λέγανε οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ —θα είστε πολλοί από εδώ ΠΑΟΚ— όταν πήρε το πρώτο πρωτάθλημα μετά από 34 χρόνια, το 2019. Επειδή σας καταλαβαίνουμε λίγο τώρα που έχουμε και εμείς 14 χρόνια να πάρουμε πρωτάθλημα, εντούτοις πρέπει να πω ότι ο ΠΑΟΚ πήρε πρωτάθλημα, μην ακούτε τι λένε, όχι μόνο επειδή εμείς επιβάλαμε κανόνες ισονομίας για πρώτη φορά μετά από δεκάδες χρόνια και στο ποδόσφαιρο, αλλά και γιατί έφτιαξε ομάδα. Εμείς λοιπόν θα πάρουμε ξανά το πρωτάθλημα όταν έχουμε σχέδιο, εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης —και σε αυτό δουλεύουμε και δουλεύουμε μεθοδικά— και όταν φτιάξουμε ομάδα με ανανέωση αλλά και με εμπειρία, που θα πετάει, θα παίζει καλό ποδόσφαιρο και θα κερδίζει μέσα στο γήπεδο.
Στο ραντεβού με την ιστορία δύο πράγματα δεν πρέπει να κάνεις: να πας νωρίτερα και να σε στήσει, ή να αργήσεις και να τη στήσεις εσύ. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν αυτή την προσπάθεια μαζί όλοι και όλες όταν θα είμαστε έτοιμοι για να νικήσουμε. Και πιστεύω ότι θα είμαστε σύντομα. Να είστε καλά, σας ευχαριστώ θερμά, καλή συνέχεια.

