
Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει, αλλά να παρακαλάτε να μη σας συμβεί.
Να μη χτυπήσει το τηλέφωνο μέρα μεσημέρι και ν’ ακούσετε τη φωνή καλού φίλου να σας λέει “κοιτάω την τροφοθήκη και βλέπω μόνο ένα πακέτο μακαρόνια, βοήθα αδερφέ…”.
Το τι έκανα εγώ ακολούθως είναι δική μου και δική του υπόθεση και δεν είμαστε εδώ σαν τις τηλεπερσόνες να διαφημίζουμε τα επιτεύγματά μας.
Ο καθένας τη δουλειά του.
Αλλά πραγματικά, αν δεν το έχεις ζήσει από πρώτο χέρι, να σπάει η φωνή του αλλουνού, που δεν θέλει, δεν γουστάρει να βγει στη ζήτα και αναγκάζεται να κυκλοφορεί με απλωμένο το χέρι, καλύτερα μη μιλάς.
Σε άλλο φίλο το λέω αυτό, που ξέρω ότι με διαβάζει και είναι εξίσου καλό παιδί με τον προαναφερθέντα.
Τα ζόρια του, όμως, δεν τα έχει περάσει.
Οπότε πίνουμε καφέ και μου λέει “ρε συ ρεπόρτερ, εγώ βλέπω τίγκα τα θέατρα, τίγκα τα μοδάτα ρεστωράν, αμάξια φουλ στους δρόμους, τι μου τσαμπουνάς όλη την ώρα για κρίση και κουβά και κοινωνία του ενός τρίτου;”
Και να κάθομαι ύστερα να εξηγώ ότι το θέατρο είναι η πιο φτηνή διασκέδαση για το βασανιζόμενο πόπολο, ότι στην κοινωνία του ενός τρίτου αντιστοιχεί ενάμιση εκατομμύριο κόσμος στο Λεκανοπέδιο Αττικής που μπορεί να τα τιγκάρει τα τύπου γκουρμέ ρεστωράν, ότι πλήθος τα αμάξια, ναι, αλλά έχουμε τον πιο γερασμένο στόλο οχημάτων στην Ευρώπη και γκαντάμιτ, πήγαν από δυόμιση μύρια το 2015 οι τουρίστες που επισκέπτονται την Αθήνα σε δέκα εκατομμύρια τώρα.
“Και τι δουλειά έχουν αυτοί, που βασικά ζουζουνάνε στο κέντρο, με την κίνηση στον Καρέα πουχού;”, με ξαναρωτάει το φιλαράκι με τον ευλογημένο βίο.
“Έχουν”, του απαντάω, “γιατί όλοι οι εποχούμενοι δουλεύουν τζιπιεσάκι πλέον και άμα βλέπουν ότι στο κέντρο γίνεται μαλλιοκούβαρο πάνε απ’ αλλού και πήζουν όλοι οι δρόμοι που κάποτε δεν έπηζαν. Δεν μπορούν κι αλλιώς γιατί έχουν ξεχαρβαλωθεί εντελώς οι δημόσιες συγκοινωνίες, οπότε καταφεύγουν αναγκαστικά στο αυτοκίνητο. Νταξ, ρε κολλητέ, θα μπουν κάμερες τεχνητής νοημοσύνης και θα ξεμπουκάρουν από παρείσακτους οι λεωφορειολωρίδες. Λεωφορεία θα περνάνε κάθε μισή ώρα, αλλά οι παρείσακτοι καπούτ”!
Μισό λεπτό να πιώ ένα νερό, στέγνωσε ο στόμας μου…
Γλουπ και συνεχίζω με τα μαντάτα τα σκότεινα, από ρεπορτάζ στην “Καθημερινή” της Δήμητρας Μανιφάβα, συνυποψήφιάς μου στις εκλογές της ΕΣΗΕΑ, σταυρώνετε αυτήν, σταυρώνετε κι εμένα, καζάν καζάν που λένε και οι Καταυλακιώται:
“Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 62,1% των νοικοκυριών δήλωσε πως το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα. Το συγκεκριμένο ποσοστό είναι το δυσμενέστερο που σημειώνεται για τη σχετική ερώτηση σε έρευνα εισοδήματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Στο σύνολο των νοικοκυριών, το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί μεσοσταθμικά για 23 ημέρες, ενώ για τα νοικοκυριά που το εισόδημά τους τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα (62,1%) επαρκεί μεσοσταθμικά για 18 ημέρες.
Το αντίστοιχο ποσοστό στην περυσινή έρευνα (έτος αναφοράς το 2024) ήταν 60%, με το εισόδημα τότε να επαρκεί για 19 ημέρες”.
Αυτά είναι παλικάρια και γοργόνες και μην αναρωτιέστε ύστερα γιατί πάει ο κόσμος και δουλεύει νυχτερινή βάρδια σε εργοστάσια.
Απλό είναι κοκόνες μου:
Γιατί δεν τα βγάζει πέρα!
Γιατί ο μισθός του είναι σαν το μονό το πάπλωμα, από εδώ το τραβάει από εκεί μένει ξεσκέπαστος.
Γιατί απ’ τις 15 του μηνός ανεβάζει σφυγμούς και κατεβάζει προσδοκίες.
Γιατί μπαίνει στο σούπερ μάρκετ και είναι σαν ν’ ακούει το Δάντη να του ψιθυρίζει “όσοι εισέρχεστε εδώ εγκαταλείψατε κάθε ελπίδα”.
Γιατί, γαμώ την τρέλα μου, πάλι είμαστε φίφτυ περσέντ πάνω απ’ τον μέσο πληθωρισμό της Ευρωζώνης, 2,8 % εμείς για το Γενάρη που μας πέρασε, 1,7 % οι κουτόφραγκοι.
Και αναρωτιέσαι κατόπιν, γιατί δεν κάνει ο κόσμος παιδιά;
Γιατί με πορδές είναι λίγο δύσκολο να τα μεγαλώσει, ηλίθιε…

