
Αυτό το κομμάτι ήθελα να το γράψω για τα τοπόσημα (σιχαμένη αλλά ακριβής λέξη) της Αθήνας, που δεν υπάρχουν πια.
Μπαράκια, κλαμπ, εστιατόρια, δισκάδικα, σινεμάδια, φαρμακεία (στου Μπακάκου θα σε δω), θέατρα, ακόμη και φαστφουντάδικα ρε φίλε, περνάνε τόσο γρήγορα ο καιρός και οι μόδες ώστε και τα ταχυφαγεία τα παλιά ν’ αξίζουν μια λάμψη στην άκρη των ματιών.
Ίσως κι ένα δάκρυ…
Τα τοπόσημα του κάποτε, παιχνίδια στα χέρια των παιδιών που θα έλεγε κι ο συγχωρεμένος.
Σε πονάει δε σε πονάει, είναι αυτό που είναι.
Πας στο εξωτερικό, πας στις μεγάλες τις πρωτεύουσες αλλά και στις μεσαίες τις πόλεις, κοιτάς δεξιά κι αριστερά, βλέπεις τις δεκαετίες παραταγμένες η μία δίπλα στην άλλη.
Τους αιώνες, ο ένας παραταγμένος ο ένας δίπλα στον άλλον.
Μπαράκια, κλαμπ, εστιατόρια, δισκάδικα, σινεμάδια, θέατρα και τόσα άλλα καταστήματα συν φωλιές του πολιτισμού, ν’ αραδιάζονται πίσω σου, μπροστά σου, πλάι σου.
Κι εδώ, ξέρα.
Ξέρα και γυψοσανίδα…
Οπότε βόλταρα τις προάλλες στο κέντρο, όχι για να φωτογραφίσω γκραφίτι αυτή τη φορά (ούτε καν τη μάχη μεταξύ φιλοπαλαιστινιακών και φιλοσραηλινών γκραφίτι, που διεξάγεται σε εικοσιτετράωρη βάση κύριε πρέσβη!) αλλά για να ξαναθυμηθώ μερικά απ’ τα στέκια της νεότητός μου.
Αμάν πια όλο γκουγκλάκι, πάρε και λίγο περπάτημα φίλε, να ‘χεις κάπου να σταθείς, να σταθείς να κρατηθείς.
Ήταν μια μέρα όμορφη που έλεγε κι ο συγχωρεμένος, Αττικόν φως, τουριστάκια παντού, βαλίτσες με ροδίτσες τρούκου τρούκου παντού, φωτιά τα reels στα κινητά, ηλεκτρονικόν φως, παραγγελίες στους σερβιτόρους, ντου γου λάικ μαμαζέλ δι Γκρις.
Να σβουράει το μελίσσι…
Να σβουράω κι εγώ, από μια εκκλησία πέρασα δίπλα, από μια εκκλησία σχετικώς ταπεινή, καμία σχέση με Μητροπόλεις και γκράντε καταστάσεις, δεν ξέρω ποιος Θεός ή ποιος δαίμονας με σπρώξανε να μπω μέσα.
Ή μάλλον ξέρω, συχνά πυκνά μπαίνω και ανάβω ένα κερί για τους εκλιπόντες και τις εκλιπούσες της φαμίλιας.
Αυτό μπορώ να κάνω για να τους τιμήσω, αυτό κάνω.
Στο κέντρο έχει εκκλησίες μπόλικες, μα εδώ θα βολευτώ, μα παραμέρα, πάντοτε καταφέρνω να επιτελέσω αυτό το ελάχιστο έργο.
Και κατέβηκα τα σκαλάκια…
Εδώ, λοιπόν, ήταν που μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου.
Από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο ναό και το φως έγινε σκοτάδι.
Ο βουή έγινε σιγή.
Η φούρια έγινε βραδύτητα.
Ένας άλλος πλανήτης, ένας άλλος γαλαξίας, ένα άλλο σύμπαν από εκεί που δεν το περίμενες, από εκεί που δεν πίστευες ποτέ ότι θα σου προκύψει.
Απ’ το πουθενά…
Και ναι, ναι, ξέρω ότι θα ενσκήψουν τώρα οι πονηράτζες του διαδικτύου για να με ρωτήσουν πότε ακριβώς θα ενδυθώ το σχήμα, αλλά ούτε να τους απαντήσεις δεν αξίζει.
Κουκιά φάγανε τα δόλια, κουκιά μολογάνε.
Το δικό μου το συγκλό, που έλεγε και το Βικάκι, δεν προήλθε από καμιά επιφοίτηση του τύπου σεραφείμ και χερουβείμ, το δικό μου το συγκλό προήλθε από την ακραία αντίθεση ανάμεσα στο κυνήγι του άξιο και στην απόλυτη κατάνυξη.
Είναι ένα σοκ, είναι μια ηλεκτρική εκκένωση, είναι ένα χάσμα στο χωροχρόνο που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι όχι αυτές τις μαλακίες για το χιούμαν κοντίσιο αλλά για το πως στο διάολο καταφέραμε να καταλήξουμε από τη μία δικτατορία στην άλλη.
Και πως γίνεται οι εκκλησίες να αποτελούν πλέον νησίδες πνευματικής αναψύξεως, μέσα στο βρασμό ψυχής των πάσης φύσεως δικτύων.
Άναψα το κερί μου, κάθισα εκεί πέντε λεπτά, πήρα μια αναπνοή.
Ή μάλλον όχι.
Δεν πήρα μια αναπνοή, πήρα μια ανάσα.
Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε…

