
Σε έκθεση 127 σελίδων, με ποινικές αξιολογήσεις, ερμηνείες και συμπεράσματα επί συνομιλιών βουλευτών ή συνεργατών τους με τη διοίκηση του ΟΠΕΚΕΠΕ, στηρίζει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία το αίτημα για άρση ασυλίας 11 πολιτικών προσώπων.
Ο φάκελος, με τίτλο «Αίτηση άρσης ασυλίας βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου κατ’ άρθρο 62 του Συντάγματος», αποτυπώνει -σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες- μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς τη σοβαρότητα των υποθέσεων, τον τρόπο εμπλοκής των πολιτικών προσώπων και το ύψος της φερόμενης οικονομικής ζημίας.
Η περίπτωση της Κατερίνας Παπακώστα εμφανίζεται ως η πιο επιβαρυντική, τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς το ύψος της ζημίας, η οποία υπολογίζεται σε 142.249,81 ευρώ. Κατά την εισαγγελική αποτίμηση, η ζημία δεν περιορίζεται στην επιδότηση που συνδέεται με την παρέμβαση του 2021, αλλά επεκτείνεται και στα επόμενα έτη έως το 2024, με την πράξη να αντιμετωπίζεται ως διαρκές αδίκημα.
Αντίστοιχα, στην περίπτωση του Κώστα Καραμανλή, δεν φέρεται να καταγράφεται άμεση δική του συνομιλία, ωστόσο συνεργάτες του εμφανίζονται να κινούνται για υπόθεση που αφορούσε 37 παραγωγούς. Το συνολικό ποσό των επιδοτήσεων φέρεται να υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ, στοιχείο που, κατά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αναβαθμίζει τη φερόμενη ηθική αυτουργία σε βαθμό κακουργήματος.
Στον αντίποδα, η υπόθεση του Δημήτρη Βαρτζόπουλου στηρίζεται κυρίως σε ένα SMS με τη φράση: «Οτιδήποτε έγγραφα χρειαστούν στη διάθεσή σας». Κατά την εισαγγελική κρίση, το περιεχόμενο του μηνύματος αυτού συνιστά ένδειξη ότι ο φάκελος θεωρούνταν ελλιπής ή παράτυπος και ότι ζητούνταν εκ των υστέρων εξωθεσμική τακτοποίησή του. Η φερόμενη ζημία στην περίπτωση αυτή ανέρχεται σε 68.884,02 ευρώ.
Η αίτηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αφορά τους βουλευτές Αικατερίνη Παπακώστα, Κωνσταντίνο Καραμανλή, Ιωάννη Κεφαλογιάννη, Παναγιώτη Μηταράκη, Κωνσταντίνο Τσιάρα, Κωνσταντίνο Σκρέκα, Δημήτριο Βαρτζόπουλο, Μάξιμο Σενετάκη, Βασίλειο Βασιλειάδη, Χρήστο Μπουκώρο και Θεόφιλο Λεονταρίδη.
Στο διαβιβαστικό αναφέρεται ότι ζητείται άρση ασυλίας κυρίως για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε., της ηθικής αυτουργίας σε απάτη με υπολογιστή και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, ανάλογα με την περίπτωση. Για τις περιπτώσεις των Παπακώστα και Καραμανλή ζητείται άδεια άσκησης ποινικής δίωξης για πράξεις σε βαθμό κακουργήματος, ενώ για τους υπόλοιπους εν ενεργεία βουλευτές η εισαγγελική πρόταση αφορά πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, άμεσες συνομιλίες φέρονται να υπάρχουν για τους Κώστα Σκρέκα, Χρήστο Μπουκώρο, Μάξιμο Σενετάκη, Κατερίνα Παπακώστα και Θεόφιλο Λεονταρίδη. Για τους Κώστα Τσιάρακαι Γιάννη Κεφαλογιάννη περιγράφεται εμπλοκή μέσω συνεργατών, ενώ ο Δημήτρης Βαρτζόπουλοςεμφανίζεται να έχει αποστείλει γραπτό μήνυμα. Οι Νότης Μηταράκης, Λάκης Βασιλειάδης και Κώστας Καραμανλής αναφέρονται σε συνομιλίες τρίτων.
Ιδιαίτερο βάρος αποδίδεται στην υπόθεση του Θεόφιλου Λεονταρίδη, όπου το πόρισμα περιγράφει συνεχή και οργανωμένη πίεση για την κατά προτεραιότητα διευθέτηση υπόθεσης παραγωγού. Στη δικογραφία περιλαμβάνεται συνομιλία με τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά, στην οποία ο τελευταίος φέρεται να λέει ότι ο συγκεκριμένος παραγωγός ήταν «ο μοναδικός από τους 550 που πληρώθηκε», ενώ γίνεται αναφορά ακόμη και σε παρανομία που -κατά τον διάλογο- έγινε λόγω της σχέσης του παραγωγού με τον βουλευτή.
Ανάλογα επιβαρυντικά εμφανίζονται, κατά το περιεχόμενο της δικογραφίας, και τα στοιχεία για την Κατερίνα Παπακώστα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περιγράφει παρεμβάσεις προς τον Δημήτρη Μελά και προς αρμόδιο κτηνίατρο, με σκοπό να συνεχίσουν να λαμβάνουν ενισχύσεις κτηνοτρόφοι της εκλογικής της περιφέρειας. Στο υλικό περιλαμβάνονται φράσεις όπως «θα εκτεθούμε» και «πρέπει να το φτιάξουμε οπωσδήποτε», ενώ γίνεται ειδική αναφορά σε αλλαγές ημερομηνιών και σε παρέμβαση στην κτηνιατρική βάση. Σε μια από τις πρώτες συνομιλίες, η ίδια συστήνεται λέγοντας: «Η Κατερίνα η Παπακώστα, βουλευτής Τρικάλων».
Για τον Κώστα Σκρέκα, η δικογραφία περιγράφει παρέμβαση υπέρ παραγωγού του οποίου η αίτηση είχε απορριφθεί νομίμως λόγω έλλειψης σπόρων. Η σχετική ζημία υπολογίζεται από την εισαγγελική αρχή σε 87.780,55 ευρώ για τα έτη 2019-2024. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο τότε πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ φέρεται να ανέφερε ότι δεχόταν πιέσεις ακόμη και από Σύνοδο Υπουργών, ενώ σε διάλογο με τον βουλευτή ακούγεται η χαρακτηριστική φράση: «κατάλαβα, χεράτα».
Στην περίπτωση του Γιάννη Κεφαλογιάννη, το πόρισμα αναφέρεται σε υπόθεση τεσσάρων παραγωγών που συνδέεται με την αποκαλούμενη «ηρακλειώτικη πατέντα», δηλαδή σχήμα με δηλώσεις αγρανάπαυσης, και με συνολικά αχρεωστήτως καταβληθείσες ενισχύσεις 38.236,51 ευρώ. Η δικογραφία περιγράφει εμπλοκή μέσω του διευθυντή του πολιτικού του γραφείου, ο οποίος φέρεται να μίλησε για «κόλπο» και για μοίρασμα χρημάτων «μισά-μισά».
Για τον Νότη Μηταράκη, η δικογραφία δεν στηρίζεται σε άμεση δική του συνομιλία αλλά κυρίως σε αναφορές τρίτων. Η μόνη συγκεκριμένη ενέργεια που του αποδίδεται είναι η αποστολή email με μελέτη δασολόγου-γεωπόνου, χωρίς άλλο σχόλιο, για υπόθεση παραγωγού της Χίου. Παρά ταύτα, η εισαγγελική αρχή αναφέρει ότι κατά το διάστημα Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2021 υπήρξε συντονισμένη πίεση προς τον Δημήτρη Μελά, με τη φερόμενη ζημία να προσδιορίζεται σε 31.499,26 ευρώ.
Στον Μάξιμο Σενετάκη, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποδίδει επανειλημμένες παρεμβάσεις μέσω τηλεφωνημάτων και SMS υπέρ παραγωγού που επιδίωκε τροποποίηση στοιχείων στο σύστημα. Στα μηνύματα που παρατίθενται αναφέρονται φράσεις όπως «ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΓΙΑ Κ.» και αιτήματα για μείωση δηλωμένων ζώων. Σε μεταγενέστερη συνομιλία, ο Δημήτριος Μελάς φέρεται να λέει: «τον Κ. θα στον φτιάξω… αλλά να του πεις μην γυρίζει και κοκορεύεται στα καφενεία».
Για τον Λάκη Βασιλειάδη, αντίθετα, η δικογραφία δεν περιλαμβάνει απευθείας δική του συνομιλία με τον πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αναφέρεται μόνο σε μήνυμα τρίτου προσώπου, στο οποίο γίνεται λόγος για έλεγχο σε ζώα που «να πάει πίσω». Ωστόσο, κατά τις ίδιες πληροφορίες, η συγκεκριμένη υπόθεση τελικά δεν απέφερε όφελος στον παραγωγό, καθώς ο έλεγχος έγινε, η επιδότηση δεν καταβλήθηκε και επιβλήθηκε πρόστιμο.
Παρ’ όλα αυτά, από το συνολικό υλικό προκύπτουν και σαφή ερωτήματα ως προς τον βαθμό ουσιαστικής εμπλοκής ορισμένων από τα αναφερόμενα πολιτικά πρόσωπα, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι αναφορές βασίζονται σε συνομιλίες συνεργατών, μεμονωμένα γραπτά μηνύματα ή μαρτυρίες τρίτων, χωρίς ενιαία βαρύτητα και ένταση από υπόθεση σε υπόθεση.

